Σήμερα Παρασκευή, 6 Μαρτίου, σύμφωνα με το εορτολόγιο τιμάται η μνήμη του Οσίου Ησυχίου του θαυματουργού.
Τα ονόματα που γιορτάζουν σήμερα είναι τα εξής:
- Ησύχιος,
- Ησύχης,
- Ησυχία.
Ο Άγιος Ησύχιος
Ο Όσιος Ησύχιος έγινε γνωστός για την αγία ζωή του, τα θαύματα που έκανε και την εξουσία που είχε ακόμη και πάνω στα ζώα και στα πονηρά πνεύματα. Ήταν ασκητής που ζούσε με προσευχή και αυστηρή άσκηση, θεράπευε ανθρώπους, έδιωχνε δαιμόνια και, σύμφωνα με την παράδοση, ακόμη και τα πουλιά υπάκουσαν στον λόγο του όταν τα επέπληξε να μην καταστρέφουν τους κόπους των μοναχών.
Ο ξακουστός άνθρωπος του Θεού, ο Ησύχιος, ανατράφηκε με ευλάβεια από τα πρώτα σχεδόν χρόνια της ζωής του. Γι’ αυτό, αφού περιφρόνησε την προσκόλληση στα υλικά πράγματα, έγινε κατοικητήριο του Αγίου Πνεύματος, ποθώντας την απόλαυση της άνω Σιών. Αυτή η επιθυμία τον οδήγησε να φύγει από την πατρίδα του, που λεγόταν Άνδραπας και βρισκόταν στη Γαλατία, η οποία παλαιότερα ονομαζόταν Νέα Κλαυδιούπολη. Μερικοί μάλιστα θεωρούν ότι πρόκειται για την πόλη που όλοι αποκαλούν Καστάμπολη. Έτσι λοιπόν ο Άγιος εγκατέλειψε την πατρίδα του και πήγε στις ερήμους κοντά στη θάλασσα της Αρδανίας, όπως τον καθοδηγούσε ο Θεός. Ανέβηκε ακόμη και στο βουνό που λεγόταν Μαΐων.
Όταν όμως οι δαίμονες που κατοικούσαν στο βουνό είδαν τον Άγιο, προσπάθησαν με κάθε τρόπο να τον διώξουν από εκεί. Χρησιμοποίησαν ως όργανα κάποιον Ιωάννη και κάποιον Ιλαρίωνα και μέσω αυτών ρωτούσαν τον Άγιο πού σκοπεύει να κατοικήσει. Όταν εκείνος απάντησε ότι θέλει να μείνει στο βουνό, του έλεγαν: «Άνθρωπε, δεν γνωρίζεις τη δυσκολία αυτού του τόπου και ζητάς να κατοικήσεις μέσα στον θάνατο. Ο τόπος αυτός είναι κατοικία θηρίων και κλεφτών, και όποιος ζήσει εδώ δεν αντέχει ούτε μία ημέρα».
Ο θεϊκός πατέρας, ακούγοντας αυτά τα λόγια, στάθηκε σκεπτικός και εξέτασε τα πρόσωπά τους. Με τη διορατική δύναμη του Αγίου Πνεύματος κατάλαβε ότι αυτοί οι άνθρωποι ενεργούσαν υπό την επιρροή των δαιμόνων. Έκανε τότε το σημείο του Σταυρού και έδιωξε από τα σώματά τους τα πονηρά πνεύματα. Έπειτα πήγε σε μια πλαγιά του βουνού και εγκαταστάθηκε εκεί, ακολουθώντας τον Θεό που τον καθοδηγούσε.
Ο Όσιος καλλιεργούσε όσο μπορούσε τη γη και από αυτήν κάλυπτε τις ανάγκες του. Κάποτε όμως ήρθαν πουλιά και έτρωγαν τα φυτά του όταν ακόμη βρίσκονταν στη βλάστηση. Έτσι, σε λίγο καιρό τιμωρήθηκαν: μόλις έτρωγαν τα βλαστάρια, έπεφταν νεκρά στη γη. Όταν όμως ήρθαν και άλλα πουλιά και κατέστρεφαν τους καρπούς, ο Όσιος σήκωσε τα μάτια του στον ουρανό και τα επέπληξε λέγοντας: «Φύγετε από τους μοναχούς και μη βλάπτετε τους κόπους τους». Τα πουλιά άκουσαν σαν να ήταν λογικά όντα και δεν εμφανίστηκαν ξανά στον τόπο εκείνο.
Στη συνέχεια ο Όσιος κατέβηκε χαμηλότερα στο βουνό και εκεί, αφού βρήκε νερό, έκτισε εκκλησία στο όνομα του Αγίου Αποστόλου Ανδρέα. Σε αυτήν ζούσε με ησυχία και προσευχόταν στον Κύριο.
Κάποτε κάποιοι χριστιανοί έφεραν στον Όσιο την κόρη τους, η οποία βασανιζόταν από δαιμόνιο, και τον παρακάλεσαν να τη θεραπεύσει. Ο Άγιος, χωρίς καθυστέρηση, τη θεράπευσε με τη χάρη του Θεού και τη βοήθεια του Πρωτοκλήτου Αποστόλου Ανδρέα και την παρέδωσε υγιή στους γονείς της. Τότε προφήτευσε λέγοντας ότι μετά τον θάνατό του ο τόπος αυτός θα γίνει ασκητήριο σεμνών γυναικών και παρθένων και ότι με τις αδιάκοπες προσευχές τους θα εκδιωχθούν από εκεί όλες οι δυνάμεις των δαιμόνων. Πράγματι, λίγο αργότερα τα λόγια του Αγίου πραγματοποιήθηκαν.
Άλλη φορά, βγαίνοντας από το κελί του, είδε έναν χωρικό με βόδια που έσερναν ένα φορτωμένο αμάξι. Το ένα βόδι όμως σκόνταψε και έπεσε στη γη και ο ζευγολάτης προσπαθούσε μάταια να το σηκώσει, γιατί το ζώο είχε γίνει σαν πέτρα. Ο άνθρωπος έκλαιγε απελπισμένος. Ο συμπονετικός Ησύχιος τον λυπήθηκε, πλησίασε το ζώο, έτριψε τον λαιμό του και του είπε: «Σήκω επάνω και τελείωσε τον δρόμο σου». Αφού έκανε το σημείο του Σταυρού, το βόδι σηκώθηκε και συνέχισε να τραβά το αμάξι. Ο ζευγολάτης θαύμασε και ευχαρίστησε τον Άγιο.
Ο μακάριος Ησύχιος προχωρούσε συνεχώς στην αρετή, υποτάσσοντας το σώμα στην ψυχή. Γι’ αυτό αξιώθηκε να συνομιλεί με αγγέλους. Κάποτε ένας άγγελος Κυρίου τού φανέρωσε ότι σε τριάντα ημέρες θα αναχωρήσει για τον Κύριο. Ο Όσιος, χαρούμενος για το μήνυμα, κάλεσε τους αδελφούς και τους είπε τα τελευταία του λόγια. Τα μεσάνυχτα, ενώ τους νουθετούσε, έλαμψε επάνω του ουράνιο φως. Τότε είπε: «Κύριε, στα χέρια σου παραδίδω το πνεύμα μου» και αναχώρησε για τις αιώνιες μονές.
Οι αδελφοί έθαψαν με ευλάβεια το σώμα του σε πέτρινη θήκη κοντά στη βασιλική πύλη της εκκλησίας. Αργότερα, όταν βασίλευαν ο Κωνσταντίνος και η μητέρα του Ειρήνη, το έτος 781, ο επίσκοπος Αμασείας Θεοφύλακτος μετέφερε το ιερό λείψανο του Αγίου στην Αμάσεια και το τοποθέτησε στο δεξί μέρος του Αγίου Βήματος, όπου τιμάται μέχρι σήμερα.