ΕΙΔΗΣΕΙΣ

Γιώργος Μαζωνάκης: «Όσα μπορείς να πάθεις τη νύχτα μπορείς να τα πάθεις και τη μέρα»

Σταθερά ένας από τους πιο αγαπητούς τραγουδιστές στην Ελλάδα, ο Μαζώ αποκαλύπτεται σε πρώτο πρόσωπο στη LiFO, όπως ποτέ άλλοτε. Ηκαταγωγή μου είναι από τη…

Σταθερά ένας από τους πιο αγαπητούς τραγουδιστές στην Ελλάδα, ο Μαζώ αποκαλύπτεται σε πρώτο πρόσωπο στη LiFO, όπως ποτέ άλλοτε.
Ηκαταγωγή μου είναι από τη Σητεία της Κρήτης, αλλά έχω μεγαλώσει στη Νίκαια του Πειραιά, μια εποχή που υπήρχε ζωντάνια και τα παιδιά παίζαμε ακόμα στους δρόμους. Από μικρό παιδί ένιωθα και ήθελα να γίνω ηθοποιός-τραγουδιστής.

Έχω ζήσει γειτονιά, παιχνίδι, ένταση, ωραίες στιγμές, έθιμα, Πρωτομαγιές, όλα αυτά που γινόντουσαν εκείνα τα χρόνια. Είχα πολύ ωραία παιδικά χρόνια, αλλά τα εφηβικά δεν τα έζησα και τόσο πολύ γιατί είχα ξεκινήσει να δουλεύω από τα 15 μου. Στην Α’ Λυκείου τραγουδούσα σε μαγαζί.

• Οι γονείς μου δεν είχαν καμία σχέση με το τραγούδι ούτε με έσπρωξαν σε αυτό, ήταν καθαρά δική μου αναζήτηση, δική μου ανάγκη. Μπορείς να την πεις και δική μου ανασφάλεια επίσης, αλλά αυτό το πράγμα ξεκίνησε καθαρά από μένα. Όμως όλοι, γονείς και φίλοι, το δέχτηκαν σαν να ήταν κάτι δεδομένο. Δεν εντυπωσιάστηκε κανείς όταν έγινα τραγουδιστής.

• Είχα τέτοιο πάθος, τέτοια τρέλα με αυτό το πράγμα, που έμπαινα σε ταξί και με ρώταγε ο ταξιτζής «είστε γνωστός;». Ήταν τόσο έντονο το «θέλω» μου. Όχι με την έννοια της αλαζονείας, βέβαια, έχει διαφορά. Όταν ήμουν 13 χρονών πήγα κρυφά στα καμαρίνια της Μαρινέλλας στο REX και της είπα «γεια σας, είμαι συνάδελφός σας!». Αυτή είπε: «Φέρτε το παιδί μέσα». Θυμάμαι ότι είχε ένα υπέροχο πρόγραμμα σε ιλουστρασιόν χαρτί, μου υπέγραψε αυτόγραφο και μετά έριξε και λακ από πάνω για να μείνει ο μαρκαδόρος.

Είναι λίγο μύθος το ότι μου αρέσει να προκαλώ. Τον μύθο, βέβαια, τον χρειαζόμαστε. Ό,τι συνέβη, συνέβη μέσα από παρέες και από συνεργασίες και δεν αισθάνθηκα ποτέ ότι προκαλώ. Είμαι ένας άνθρωπος ντροπαλός κατά βάση, οπότε θα ήταν πάρα πολύ δύσκολο, και να ήθελα, να προκαλέσω.

• Ως μαθητής, κάθε πρωί στις 8, πηγαίνοντας με το λεωφορείο στο Πολυκλαδικό Λύκειο Αιγάλεω, περνούσα έξω από μια μουσική ταβέρνα κοντά στο σπίτι μου κι έβλεπα μέσα από τα τζάμια στον πρώτο της όροφο μια μικρή ράμπα με 3-4 φώτα. Εκείνη την εποχή αυτό ήταν για μένα κάτι πολύ ιδιαίτερο. Σταμάτησα, λοιπόν, μια μέρα και πήγα και χτύπησα την πόρτα αυτής της ταβέρνας, ζητώντας τους δουλειά. Είχα ήδη ξεκινήσει μαθήματα φωνητικής στο Εθνικό Ωδείο με την κυρία Διαμαντοπούλου.

33 3 scaled

Ταυτόχρονα, όλα αυτά τα χρόνια έκανα παραστάσεις στο σχολείο μαζί με τον Γιώργο τον Τσιντίνη από το θέατρο του Σπύρου Ευαγγελάτου. Χτύπησα δυο-τρεις φορές την πόρτα μέχρι να τους πείσω ότι είμαι ένας καινούργιος λαϊκός τραγουδιστής. Έτσι ξεκίνησα κι έπαιξα για πρώτη φορά στο «Μουσικό Ρετιρέ». Έτσι την έλεγαν την ταβέρνα.

• Εκεί τραγούδησα έναν χειμώνα, κανονικά σεζόν. Έξι ημέρες την εβδομάδα δουλειά και στις 6:30-7 το πρωί που τελείωνα από κει πήγαινα στο σχολείο. Τα λέω «πέτρινα χρόνια», αλλά δεν ήταν καθόλου πέτρινα, γιατί την εποχή εκείνη είχα την αναζήτηση, τη λαχτάρα, το πάθος γι’ αυτό που έκανα. Ήταν ένα πράγμα που το ήθελα πάρα πολύ στη ζωή μου. Τότε η τροφή και η δύναμη ήμουν εγώ ο ίδιος. Ήταν, βέβαια, και οι άνθρωποι με τους οποίους άρχισα να δουλεύω στα θεατρικά εργαστήρια, στο Εθνικό Ωδείο, αλλά δεν μου έλεγε κανείς τι να κάνω.

• Είμαι περισσότερο τολμηρός απ’ ό,τι τυχερός. Δεν πιστεύω στην τύχη. Κάπου διάβασα ότι «τύχη είναι εκεί όπου δεν έχει υπογράψει ο Θεός».

• Μετά την Α’ Λυκείου συνέχισα κανονικά να τραγουδάω. Τότε υπήρχε ένα δεύτερο κράτος που λεγόταν «επαρχία»: ένας τραγουδιστής, για να μπορέσει να αποκτήσει ρεπερτόριο και πείρα, έπρεπε να πάει στην επαρχία, γιατί στην Αθήνα, δίπλα στα μεγάλα ονόματα, έλεγε ένα-δυο τραγούδια και τέρμα. Κάποια στιγμή πήγα στην Πάτρα ‒ πήγα για δεκαπέντε μέρες κι έκατσα τρία χρόνια. Από την Πάτρα ξεκίνησε όλο το στόρι του Μαζωνάκη.

Εκεί κατέβηκε ο Γιώργος ο Μακράκης από την πρώτη μου εταιρεία, τη Universal (Polygram τότε), κι έτσι έκανα την πρώτη μου δισκογραφία. Κι έκανα ένα πολύ ωραίο ταξίδι, από το οποίο έχω να θυμάμαι πολλά πράγματα. Η πρώτη μου επιτυχία ήταν το «Με τα μάτια να το λες» και μετά το «Μη μου ζητάς να αλλάξω γνώμη» το 1993. Είμαι περήφανος που έχω κάνει αυτή την πορεία μέχρι τώρα, που επέλεξα αυτά τα τραγούδια που είπα, που έχω φίλους. Είμαι περήφανος γιατί είμαι καλό παιδί, καλός άνθρωπος, γιατί είμαι εργατικός. Είμαι περήφανος που είμαι τολμηρός, που είμαι υπέρ της αλήθειας.

Μη μου ζητάς να αλλάξω γνώμη

• Οι φίλοι έχουν παίξει τεράστιο ρόλο στη ζωή μου. Μέσα από αυτούς μορφώθηκα, εξελίχθηκα, αγάπησα. Τους οφείλω πάρα πολλά και μεγαλώνοντας ακόμα περισσότερα, γιατί μικρός δεν μπορείς να εκτιμήσεις τα πράγματα.

• Το πιο μεγάλο μου όφελος από αυτό που έχω κάνει είναι ότι ακούω. Ακούω τους ανθρώπους, τους συνεργάτες, τους φίλους. Ακούω όσα θα μου πει ένας φίλος. Και πιστεύω ότι όλα τα πράγματα έχουν κάποιον λόγο που γίνονται. Ακόμα και τα δυσάρεστα γίνονται για να σου δείξουν κάτι.

• Η μουσική για μένα είναι τα πάντα. Υπάρχουν στιγμές που ακούω μια μελωδία (από οτιδήποτε) και νιώθω ευγνωμοσύνη. Είναι ένα συναίσθημα που με ανατριχιάζει. Η μουσική εκπέμπει πολιτισμό, συναισθήματα, είναι για μένα αναπνοή.

• Χρειάζεται να δώσεις μάχη με τον εαυτό σου για να φέρεις την επιτυχία σε ένα ίσιο επίπεδο κι αυτός ο αγώνας δεν σταματάει ποτέ μέχρι να κλείσεις τα μάτια σου. Σαφώς και η επιτυχία έχει ένα τίμημα ‒ τι δεν έχει στη ζωή; Άλλωστε, αυτή είναι και η ομορφιά της, νομίζω. Μπορεί να έχασα πράγματα που αφορούσαν την προσωπική μου ζωή, αλλά, από την άλλη, ήταν επιλογή μου αυτό το πράγμα, οπότε δεν μπορώ να πω ότι ήταν κατάρα.

333 6 scaled

• Το θέμα της αναγνωρισιμότητας είναι άλλο ένα τίμημα, γιατί είναι δύσκολο να αντέξει ένας άνθρωπος όλο αυτό το φορτίο ‒ αυτό θέλει δουλειά. Θεωρώ ότι, μεγαλώνοντας, το τίμημα φαίνεται λίγο μικρότερο, τουλάχιστον στα μάτια τα δικά μου. Ή ίσως το προκαλώ για να φαίνεται μικρότερο.

Eίναι λίγο μύθος το ότι μου αρέσει να προκαλώ. Τον μύθο, βέβαια, τον χρειαζόμαστε. Ό,τι συνέβη, συνέβη μέσα από παρέες και από συνεργασίες και δεν αισθάνθηκα ποτέ ότι προκαλώ. Είμαι ένας άνθρωπος ντροπαλός κατά βάση, οπότε θα ήταν πάρα πολύ δύσκολο, και να ήθελα, να προκαλέσω. Είμαι σεμνός και σέβομαι τους ανθρώπους και είναι εντελώς έξω από μένα η έννοια της πρόκλησης.

• Νομίζω ότι ο καλλιτεχνικός χώρος στην Ελλάδα με εμπόδισε να εκφραστώ, με την έννοια ότι στην Ελλάδα πάντα υπήρχαν κλισέ και ταμπέλες. Τώρα είναι κάπως καλύτερα τα πράγματα, αλλά πάντα αυτά που ήθελα να κάνω είχαν να κάνουν με «γραφειοκρατία». Ευελπιστώ τα επόμενα χρόνια αυτό να αλλάξει και να μπορώ να κάνω ακόμα περισσότερα πράγματα, γιατί, αν με ρωτήσεις, θα σου πω με το χέρι στην καρδιά ότι αισθάνομαι πως τώρα τελείωσα το δημοτικό καλλιτεχνικά. Τώρα ξεκινάω, δηλαδή.

Το λέω αυτό γιατί μόλις τα τελευταία χρόνια η συνεργασία με τον εαυτό μου και τις αναζητήσεις μου και τα θέλω μου άρχισε να γίνεται πιο συνειδητή, οπότε αρχίζω να απολαμβάνω περισσότερο, να αντιλαμβάνομαι περισσότερο και να νιώθω περισσότερο ό,τι γίνεται γύρω μου. Βέβαια, εγώ από μικρός ένιωθα μεγάλος, οπότε αυτό δεν ισχύει λόγω ηλικίας αλλά λόγω εμπειρίας, πορείας ζωής και επιλογών ‒ κυρίως των ανθρώπων που είναι γύρω μου.

• Εκτός Ελλάδας έχω ακουστεί στη Βουλγαρία, στην Τουρκία, στη Ρωσία. Με ακούνε οι ντόπιοι και διαισθάνομαι ότι θα παίξω ακόμα περισσότερο σύντομα, όσον αφορά τη μουσική. Χθες συζητάγαμε γι’ αυτό το πράγμα, ότι είμαι πολύ κοντά στο να ανοίξω νέες συνεργασίες, περισσότερο. Ήρθαν το Σάββατο στο μαγαζί άνθρωποι από το εξωτερικό που είπαν ότι «αυτός ο άνθρωπος είναι έτοιμος». Ποτέ δεν ήμουν «ελληνικό μαγαζί» στη σκηνή. Γι’ αυτό σου είπα ότι ήμουν πάντα τολμηρός.

Έτσι λειτουργώ πάντα, είχα σκηνοθέτη και από το καμαρίνι μέχρι τη σκηνή λειτουργώ όπως λειτουργεί ένας καλλιτέχνης του εξωτερικού. Θέλω να υπάρχει αρχή, μέση και τέλος, θέλω να υπάρχει concept, μια συνοχή στα πράγματα, είμαι λάτρης αυτού του πράγματος και όταν κάτι δεν γίνεται έτσι, εκνευρίζομαι πολύ.

• Δεν μου έχει κάνει κάποιο κακό η νύχτα. Γι’ αυτό φρόντισα κι εγώ, με τις επιλογές μου, με τον τρόπο της καθημερινότητάς μου. Kαι με το γεγονός ότι είμαι από τους πρώτους καλλιτέχνες στην Ελλάδα που από τα επταήμερα ξεκίνησα να κάνω τετραήμερα. Επέβαλα στους επιχειρηματίες να δουλεύω τέσσερις μέρες. Τα τελευταία δέκα χρόνια και παραπάνω δουλεύουμε δύο μέρες την εβδομάδα, οπότε δεν πρόλαβε να μου κάνει τίποτα η νύχτα.

• Δεν διαχωρίζω τη νύχτα από τη μέρα, όσα μπορείς να πάθεις τη νύχτα μπορείς να τα πάθεις και τη μέρα. Και η μέρα έχει καταχρήσεις και όλα αυτά για τα οποία κατηγορούν τη νύχτα. Μάλλον το αντίθετο συμβαίνει, η μέρα έχει τα περισσότερα, διότι αυτοί που λειτουργούν τη μέρα υποτίθεται ότι βρίσκονται σε εγκράτεια, σε απαγορευτικό, οπότε τους βγαίνει πολύ χειρότερα.

• Είναι αρκετά δύσκολο το επάγγελμά μου, αλλά είναι πιο δύσκολο το επάγγελμα ενός ανθρακωρύχου που είναι 30 μέτρα κάτω από τη γη ή ανθρώπων που σώζουν ζωές. Προχθές μιλούσα με έναν άνθρωπο που είναι στο Λιμενικό στη Μυτιλήνη για πολλά χρόνια, ο οποίος έχει σώσει κυριολεκτικά χιλιάδες ανθρώπους μέσα στο κρύο, υπό συνθήκες δραματικές μαζεύει μωρά μέσα απ’ τη θάλασσα. Η δική μου δυσκολία είναι ότι τα βάζει ένας άνθρωπος με μια συναυλία ολόκληρη, με ένα μαγαζί, με 10.000 κόσμο ή με 2.000 άτομα σε έναν χώρο. Και, φυσικά, η συναισθηματική δυσκολία κάποιες φορές ή η έννοια της κούρασης.

• Η κατάσταση στη νύχτα έχει αλλάξει, όπως έχει αλλάξει παντού, με την έννοια της εξέλιξης. Με ρωτάνε συχνά: «Μα, πώς κουράζεσαι; Τότε δουλεύατε εφτά μέρες την βδομάδα». Άλλαξαν όμως τα πράγματα και είμαι πολύ ευτυχής γι’ αυτό. Καταρχάς, το ότι δουλεύουμε δύο μέρες είναι το πιο βασικό. Δεν παίρνεις τα ίδια λεφτά, αλλά δεν έχει σημασία, ο στόχος δεν είναι μόνο τα λεφτά.

• Έχουν πέσει πολύ οι αμοιβές σήμερα. Και πρακτικά να το δεις, ένα μαγαζί έχει 1.500 καθίσματα, θα δώσει 100 μπουκάλια, πώς ένας τραγουδιστής θα πάρει πολλά λεφτά από τη στιγμή που τα λουλούδια δεν υπάρχουν πια, από τη στιγμή που δεν υπάρχουν τα μεγάλα double dot, τι να εισπράξει ένας τραγουδιστής; Δεν σ’ τα χαρίζει ο επιχειρηματίας. Πάνε οι εποχές που «χάριζαν» οι επιχειρηματίες, και ευτυχώς. Με την ασυδοσία, το ψέμα, την αλαζονεία που υπήρχαν πριν από χρόνια στην Ελλάδα έχασαν την ταυτότητά τους οι άνθρωποι.

• Ο κόσμος που έρχεται στο μαγαζί είναι ο ίδιος, αλλά πια διψάει περισσότερο, γιατί όταν πιέζεται κοινωνικά, πολιτικά και οικονομικά, έρχεται με περισσότερη φόρα για να διασκεδάσει. Έτσι όμως είναι το σωστό, γιατί αν πας σε μια ευρωπαϊκή χώρα, οι άνθρωποι Δευτέρα με Παρασκευή είναι ρομπότ, την Παρασκευή και το Σάββατο μπορεί να τους δεις στα κλαμπ ή στα μαγαζιά να διασκεδάζουν μέχρι λιποθυμίας. Πρέπει να εκτονώνονται οι άνθρωποι, αλλά δεν μπορεί να εκτονώνονται κάθε μέρα. Υπήρξαν εποχές που στην Ελλάδα το παρακάναμε, γι’ αυτό φτάσαμε εδώ που φτάσαμε. Αυτό όμως δεν έχει να κάνει μόνο με τη νύχτα, ήταν παντού.

Είμαι περήφανος γιατί είμαι καλό παιδί, καλός άνθρωπος, γιατί είμαι εργατικός. Είμαι περήφανος που είμαι τολμηρός, που είμαι υπέρ της αλήθειας.

• Οι πορτιέρηδες των μαγαζιών είχανε Πόρσε. Αν δεν υπάρχει υποδομή, αν δώσεις ξαφνικά σε έναν άνθρωπο πολλά λεφτά, χάνει τον μπούσουλα. Θέλουν μια συνοχή τα πράγματα. Όταν πας ένα ταξίδι από δω στην Αμερική θέλεις τέσσερις μέρες για να στρώσεις. Όσο γρήγορα και αν το κάνουμε, αυτό το πράγμα δεν αλλάζει. Άλλο το φαγητό που είναι μαγειρεμένο στη χύτρα και άλλο το φαγητό που είναι μαγειρεμένο τρεις ώρες σε έναν φούρνο.

• Η πιο μεγάλη θυσία που έχω κάνει για τη δουλειά μου είναι ο «μοναχισμός» μου, δηλαδή αισθάνομαι ότι είμαι μοναχός στη δουλειά αυτή, είμαι ταμένος. Δεν ξέρω αν η θυσία είναι για το καλό μου, αυτό θα το δείξει ο χρόνος. Στα γεράματά μου, που θα γίνω ίσως πιο σοφός, μάλλον θα καταλάβω αν ήμουν εγώ ο τυχερός ή ένας άνθρωπος που έζησε πιο ελεύθερος ή με λιγότερες ανάγκες. Γιατί το βασικό είναι να μπορείς να αφαιρείς τις ανάγκες από έναν άνθρωπο και να είναι καλά. Αυτό σε μένα δεν έχει γίνει ακόμα, θέλει πάρα πολλή δουλειά.

• Βγαίνω πολύ λιγότερο απ’ ό,τι παλιότερα γιατί δεν υπάρχουν και τα κλαμπ τώρα, όπως τότε. Συνήθως θα πάω σε γνωστά στέκια των οποίων οι ιδιοκτήτες είναι φίλοι μου, όπου αισθάνομαι ότι είμαι στο σαλόνι του σπιτιού μου. Πάω και σε υποχρεώσεις και καλέσματα, σε σπίτια. Μ’ αρέσει και το έξω, παρακολουθώ παραστάσεις, κινηματογράφο.

• Το πιο ωραίο που έχω δει τελευταία είναι ένα ντοκιμαντέρ στην τηλεόραση για τον μαέστρο Θεόδωρο Κουρεντζή. Μαγεύτηκα πάρα πολύ, είναι ένας εκπληκτικός Έλληνας μαέστρος που ζει στο εξωτερικό, ο οποίος είναι διευθυντής ορχήστρας κλασικής μουσικής και είναι ό,τι καλύτερο είδα τον τελευταίο καιρό.

• Δεν ζω στο κέντρο της Αθήνας, ζω στα νότια προάστια γιατί είμαι παιδί της θάλασσας (και του βουνού, βεβαίως) και κολυμπάω και τον χειμώνα. Η θάλασσα είναι κάθαρση. Μου αρέσει και το κέντρο, αλλά θα μπορούσαμε να είμαστε πολύ καλύτεροι. Ευελπιστώ, επειδή είμαι αισιόδοξος άνθρωπος, ότι η πόλη μπορεί να γίνει ομορφότερη. Ότι μπορούμε να αναδείξουμε τα καλά μας στοιχεία, όπως γίνεται έξω, να μη μένουμε μόνο στο παρελθόν.

• Μου αρέσει να επικοινωνώ με τους ανθρώπους, να μαθαίνω, να τραγουδώ, μου αρέσει που είμαι ηθοποιός σε μια ταινία που γυρίζεται τώρα, μου αρέσει που ξυπνάω το πρωί και είμαι υγιής και αρτιμελής ‒το πιο βασικό πράγμα για μένα είναι αυτό‒ και ότι έχω σώας τας φρένας. Μου αρέσει που έχω φίλους, μου αρέσει αυτό που κάνω, μου αρέσουν τα πολύ απλά πράγματα, μια μέρα που θα ξυπνήσω και θα έχω ντυθεί όμορφα. Με ενοχλούν η κακογουστιά, το ψέμα, το ότι οι άνθρωποι δεν ακούνε, η αγένεια. Ό,τι χειρότερο έχω ακούσει τελευταία είναι ότι οι άνθρωποι στην εποχή μας είναι ακόμα ρατσιστές με τις μειονότητες, το θεωρώ τραγικό, ό,τι έχει να κάνει με φτηνά συναισθήματα δεν μου αρέσει.

Προτεινόμενο ΆρθροΘΡΗΝΟΣ: ΠΕΘΑΝΕ Ο ΜΑΡΚΟΠΟΥΛΟΣ – ΑΥΤΗ ΕΙΝΑΙ Η ΑΙΤΙΑ ΘΑΝΑΤΟΥ

• Δύναμη μου δίνουν οι φίλοι μου, η οικογένειά μου και η πίστη σε κάτι ανώτερο. Αλλά αυτή είναι μια συζήτηση που δεν μπορώ να την κάνω γιατί είναι κάτι πάρα πολύ προσωπικό. Είναι μια ιδιαίτερη σχέση αυτή που μπορεί να έχεις με το θείο.

• Ο έρωτας δεν έχει παίξει ιδιαίτερο ρόλο στη ζωή μου. Ως άνθρωπος είμαι μοναχικός, η μοναχικότητα είναι για μένα στάση ζωής, όχι η μοναξιά όμως, έχει διαφορά, δεν είμαι μόνος. Ο έρωτας έχει παίξει πολύ ελαφρύ ρόλο στη ζωή μου γιατί είναι παράνοια, για κάποιους καλή, για κάποιους άλλους όχι.

• Έχω ακούσει άπειρα άσχημα σχόλια στη ζωή μου, αλλά και ποιος δεν έχει ακούσει; Οι Έλληνες έχουμε αυτό το «προτέρημα», να ασχολούμαστε με του αλλουνού το πρόβλημα και όχι με το δικό μας. Το πιο λάθος πράγμα για μένα. Και μπορώ να πω με μεγάλη τόλμη ότι είμαι από τους ανθρώπους που λέει πρώτος ότι έχει κάνει λάθος. Δεν το συνηθίζουν αυτό οι άνθρωποι.

• Υπάρχει μια αδράνεια αυτήν τη στιγμή στην Ελλάδα, αλλά εγώ δεν μπορώ να πω ότι ανήκω σε αυτή την κατηγορία, ψάχνομαι όπως ψαχνόμουν και πριν από είκοσι χρόνια, αναρωτιέμαι, αναζητώ, δεν έχει αλλάξει τίποτα σε μένα σε αυτό το θέμα, έχω την ίδια όρεξη και την ίδια επιθυμία για το καινούργιο.

• Είναι δύσκολο να ξεχωρίσει ένα νέο ταλέντο σήμερα γιατί οι εποχές είναι διαφορετικές, ζούμε σε μια εποχή που υπάρχει ταχύτητα, όλα γίνονται πάρα πολύ γρήγορα. Ένα παιδί βγαίνει ξαφνικά στην τηλεόραση από κει που ήταν στο σπίτι του. Είχα διαβάσει σε μια συνέντευξη, νομίζω του Δημήτρη Παπαϊωάννου, «πρώτα να γίνεις σούπερ και μετά σταρ» ‒ είναι ό,τι καλύτερο έχω ακούσει. Και είναι πολύ δύσκολο να βρεις ένα στοιχείο σε κάποιον που να πεις «α, αυτός αξίζει».

• Για μένα το να είσαι τραγουδιστής θέλει ολόκληρη υποδομή, δεν είναι τόσο απλό πράγμα. Νομίζω ότι έχει εκλείψει πια αυτό, όπως έχει εκλείψει και το φαινόμενο των προέδρων στην Ελλάδα. Κάποτε οι Έλληνες ήθελαν να γίνουν τραγουδιστές και πρόεδροι.

Τα πιο πολλά παιδιά που περνάνε από τα talent shows νομίζουν ότι θέλουν να γίνουν τραγουδιστές, έχει μεγάλη διαφορά από την πραγματικότητα. Κι εγώ μπορεί να θέλω να γίνω αστροναύτης, αλλά δεν σημαίνει ότι θα γίνω απλώς δηλώνοντας συμμετοχή στη ΝΑΣΑ.

• Όσο περνάει ο καιρός είναι όλο και πιο δύσκολο να διαλέξω κομμάτια για τα δικά μου δεδομένα. Έχω αρχίσει εδώ και ενάμιση χρόνο να συλλέγω υλικό για έναν δίσκο που θα βγει την άνοιξη, γιατί πάλι μπήκαμε σε φόρμες τέτοιες, πιο έτοιμα πράγματα, με λιγότερο συναίσθημα, πιο εύκολα. Δεν υπάρχει και παρθενογένεση, έχουν γίνει τα πάντα, οπότε για μένα είναι αρκετά δύσκολο. Το νέο μου κομμάτι λέγεται «Σώπα κι άκου», ένα τραγούδι του Γιώργου Σαμπάνη και της Ελένης Γιανατσούλια, και πάει πάρα πολύ καλά. Το άλμπουμ υπολογίζουμε να βγει μετά το Πάσχα, με 10-11 κομμάτια.

• Μου αρέσει να αυτοσαρκάζομαι και αυτό είναι από τα προτερήματά μου, ότι μπορώ να διακωμωδώ τον ίδιο μου τον εαυτό. Αυτό μπορώ να το κάνω και στο σπίτι μόνος μου, γιατί τα περισσότερα από αυτά που έχω κάνει, τα έχω κάνει μόνος μου. Επίσης, μπορώ να περπατάω και να μιλάω μόνος μου μέσα στο σπίτι, κοροϊδεύοντάς με. Είναι προσόν για έναν άνθρωπο αυτό. Στο Instagram ανεβάζω τα πάντα, από προσωπικά πράγματα μέχρι επαγγελματικά, της στιγμής δηλαδή. Μου αρέσει το Instagram, το δουλεύω, αλλά θα ήθελα να το δουλεύω λίγο περισσότερο.

• Μέχρι να κλείσουμε τα μάτια μας θα ψάχνουμε να βρούμε τι μας έχει μάθει η ζωή. Δεν είπε τυχαία ο Σωκράτης «το μόνο που ξέρω είναι ότι δεν ξέρω τίποτα». Άλλωστε, αυτή είναι και η μαγεία της ζωής, αγαπητέ, η αναζήτηση.

Μαζωνάκης: Το πολυτάραχο παρελθόν του πατέρα του, Μανώλη – Ο παραλίγο θάνατός του, τι έκανε και τον συνέλαβαν 2 φορές

“Το παιδί μου εμένα ποιος θα μου το φέρει πίσω”; αναρωτιόταν με λυγμούς ο Μανώλης Μαζωνάκης στην τηλεόραση, επιβεβαιώνοντας την τραγική είδηση που συγκλόνισε το Πανελλήνιο. “Ο Μαζωνάκης είναι νεκρός!” Το σπαρακτικό κλάμα ενός χαροκαμένου πατέρα για τον θάνατο του γιου του, ανατρίχιασε το απόγευμα της 9ης Σεπτέμβρη όλη την Ελλάδα, ακούγοντας τις ανατριχιαστικές λεπτομέρειες και τις εφιαλτικές ώρες που πέρασε ο δημοφιλής καλλιτέχνης, μέσα στο ψυχρό δωμάτιο ενός ιατρείου μέχρι να ξεψυχήσει.

Οι λυγμοί του πατέρα, σε πολλούς από εμάς, ξύπνησαν αναμνήσεις, έναν χρόνο πριν, όταν τον ακούγαμε απελπισμένο στην εκπομπή του Πέτρου Κουσουλού να ζητά βοήθεια μετά τον ακούσιο εγκλεισμό του παιδιού του στο Δρομοκαΐτειο. “Σώστε το παιδί μου” έλεγε τότε αλλά, ούτε δώσαμε ιδιαίτερη σημασία, ούτε φυσικά και περιμέναμε τέτοια τραγική εξέλιξη. Μια οικογένεια χωρισμένη στα δυο… Ο Γιώργος και οι άλλοι… Το όμορφο παραμύθι μιας ευτυχισμένης οικογένειας είχε το πιο εφιαλτικό τέλος…Τι κρίμα…

Ανέκαθεν η προσωπικότητα του Μανώλη Μαζωνάκη επισκιαζόταν από τις τρεις έντονες γυναικείες φιγούρες της οικογενείας του, πόσο μάλλον όταν υπήρχε και η παρουσία ενός σταρ που έβγαινε μπροστά και αποθεωνόταν. Δεν τον ένοιαζε όμως, εκείνος δεν επεδίωξε τα φώτα, δεν έγινε πρόσωπο της δημοσιότητας, του άρεσε να στέκεται πίσω. Ο Μανώλης Μαζωνάκης ήταν ο πατέρας του Γιώργου, που έβλεπε το παιδί του να μεγαλώνει, να γίνεται διάσημο και τον καμάρωνε βλέποντάς τον να οργώνει τις πίστες με επιτυχία. Και ύστερα ήρθε η οικογενειακή θύελλα που σάρωσε την ηρεμία και γαλήνη του σπιτιού του. Μια θύελλα που έβγαλε στην επιφάνεια πρόσωπα, σχέσεις, οικονομικές και επαγγελματικές διαφωνίες, αγωγές και δικαστήρια. Καθόλου δεν του άρεσε που είδε τον εαυτό του, την γυναίκα του και τα παιδιά του “κρεμασμένους” στα μανταλάκια, δυστυχώς όμως δεν μπορούσε να κάνει αλλιώς, παρά να σιωπήσει, να κλείσει την πόρτα του σπιτιού του περιμένοντας τις εξελίξεις.

Άνθρωποι από το κοντινό περιβάλλον της οικογένειας περιγράφουν τον Μανώλη Μαζωνάκη σαν έναν “καλοσυνάτο και αφοσιωμένο οικογενειάρχη” περήφανο Κρητικό και αξιοπρεπή, που πάλευε για το μεροκάματο και απουσίαζε πολλές ώρες από το σπίτι. Μοιραία τα παιδιά του που δεν τον έβλεπαν, είχαν προσκολληθεί πιο πολύ πάνω στην μάνα τους, ιδιαίτερα ο Γιώργος που της είχε μεγάλη αδυναμία. Η έντονη και συγκινητική στιγμή της συνάντησης μάνας – γιου τέσσερα χρόνια πριν στην συναυλία του Μαζωνάκη στο Κατράκειο, με τον μπαμπά σε δεύτερο πλάνο να καμαρώνει και τους δυο, δεν ξεχνιέται. Η Κλειώ ανέβηκε στη σκηνή και έριξε ζεϊμπεκιά, ο Μανώλης Μαζωνάκης την συνόδεψε και την παρέδωσε στον Γιώργο “για να κάνουν τα δικά τους”, όπως έκαναν πάντα. Πρώτοι στα γλέντια και στους χορούς μάνα – γιος και εκείνος να τους καμαρώνει.

Κλειώ Μαζωνάκη: Ο Γολγοθάς μιας χαροκαμένης μάνας – Η ιστορία της γυναίκας που αγάπησε αθεράπευτα ο «Μαζώ», η μέρα που άλλαξαν όλα μεταξύ τους
“Σε αυτό το σημείο πρέπει να σας πω ότι σήμερα γιορτάζει η μάνα μου και θα την παρακαλέσω, άμα γουστάρει – γιατί άμα δεν γουστάρει μπορεί να με βρίσει κιόλας – να την φέρω μαζί μου να χορέψει ένα ζεϊμπέκικο. Κλειώ γουστάρεις;” Ο Μανώλης Μαζωνάκης αρκέστηκε να αγκαλιάσει το παιδί του πάνω στην σκηνή και τον άκουσε να λέει: “να την πάρω τώρα εγώ;”. Εκείνος στάθηκε στην άκρη όταν η Κλειώ μάγευε το πλήθος του θεάτρου που σειόταν από το χειροκρότημα. Δες το βίντεο:

Με παρόμοιους ρόλους, πάνω – κάτω, περνούσε και η ζωή της οικογένειας Μαζωνάκη κάτω από την πίστα. Η Κλειώ ο “αρχηγός” της οικογένειας και ο Μανώλης ο προστάτης. Ακριβώς όπως τους περιέγραψε και ο Γιώργος Μαζωνάκης στην συνέντευξη που έδωσε στον Τάσο Τρύφωνος και που έμελλε να είναι η τελευταία του. “Ο πατέρας πάντα κρατούσε μια στάση – δεν θα έλεγα ουδέτερος – αλλά, αν γινόταν κάτι όταν είμαστε παιδιά, μας έλεγε: ‘με την μαμά, την υποστήριζε πάντα ο μπαμπάς την μαμά και εμένα μου άρεσε πολύ αυτό’” Δες το βίντεο στο 32:04:

Στην γειτονιά της Νίκαιας, ο Μανώλης Μαζωνάκης δεν είχε αλλάξει τίποτα στην καθημερινότητά του ζώντας με έναν γιο διάσημο. Οι απλοί άνθρωποι του έδιναν συγχαρητήρια για εκείνον και κατέβαζε το κεφάλι από σεμνότητα. Ο Μανώλης Μαζωνάκης, δεν ήταν ποτέ ο αυστηρός γονιός, αλλά ο γονιός που δίδαξε στον γιο του να κρατάει χαμηλά την μπάλα και εκείνος το τήρησε… Ο Μαζωνάκης κληρονόμησε το ταμπεραμέντο της μάνας του και την ταπεινότητα του πατέρα του – άπαικτος συνδυασμός… Δες ένα σπάνιο βίντεο που παρουσιάζει με τους γονείς του:

Οι μεγάλες οικονομικές περιπέτειες
Ο Μανώλης Μαζωνάκης λάτρευε τα παιδιά του, τον Γιώργο, λάτρευε την Βάσω και την Μαρία, λατρεύει και τα εγγόνια του και είναι περήφανος για αυτά. Για την Κλειώ έχει λατρεία και αδυναμία. Στην καθημερινότητά του προ και μετά δημοφιλίας του Μαζωνάκη δεν άλλαξε τίποτα, θυμόταν πάντα από που ξεκίνησε παρόλο που οι συνθήκες μέσα στο σπίτι είχαν αλλάξει αρκετά και φυσικά προς το καλύτερο. Ποτέ δεν ξέχασε όμως την σκληρή δουλειά, τις οικονομικές δυσκολίες που ξεπεράστηκαν, ούτε τις ευτυχισμένες στιγμές γύρω από το οικογενειακό τραπέζι με πολλά γέλια και χαρές. Το όνομά του Μανώλη Μαζωνάκη συνδέθηκε για χρόνια με το Πέραμα και τη Ναυπηγοεπισκευαστική Ζώνη. Δραστηριοποιήθηκε στον χώρο των επισκευών πλοίων, διατηρώντας τεχνική εταιρεία. Εκεί, στον σκληρό κόσμο της ναυπηγοεπισκευής, χτίστηκε η επαγγελματική του διαδρομή.

Όμως η επαγγελματική του πορεία δεν ήταν ανέφελη. Τον Ιανουάριο του 2013 συνελήφθη για οφειλές προς το Δημόσιο, με τα δημοσιεύματα της εποχής να κάνουν λόγο για χρέη ύψους περίπου 420.000 ευρώ. Ακολούθησε διακανονισμός για την αποπληρωμή τους και αφέθηκε ελεύθερος. Έναν χρόνο αργότερα, τον Απρίλιο του 2014, ήρθε και δεύτερη σύλληψη. Σύμφωνα πάντα με τα δημοσιεύματα της εποχής, αυτή τη φορά οι οφειλές προς την Εφορία και τα ασφαλιστικά ταμεία ξεπερνούσαν τις 500.000 ευρώ και συνδέονταν με τη λειτουργία της τεχνικής εταιρείας στο Πέραμα. Τα ίδια δημοσιεύματα αναφέρουν ότι μετά από καταβολή ποσού και νέο διακανονισμό αφέθηκε ελεύθερος. Δεν είναι όμως οι οικονομικές περιπέτειες εκείνες που αποτυπώνουν ίσως πιο έντονα τη δραματική πλευρά της ζωής του…

Παιχνίδι με τον θάνατο στην Μάνδρα
Νοέμβριος του 2017. Η Δυτική Αττική έχει μετατραπεί σε έναν τεράστιο χείμαρρο. Η Μάνδρα βιώνει μια από τις πιο φονικές πλημμύρες των τελευταίων ετών, με ανθρώπους να χάνονται μέσα στα ορμητικά νερά. Ανάμεσα σε εκείνους που βρέθηκαν σε θανάσιμο κίνδυνο ήταν και ο Μανώλης Μαζωνάκης. Βρισκόταν μαζί με έναν φίλο του σε ένα τζιπ πολλών κυβικών, που ανήκε στον Γιώργο Μαζωνάκη, στην παλιά εθνική οδό Μάνδρας–Θήβας και πήγαιναν για κυνήγι. Τα νερά ανέβαιναν και το όχημα είχε εγκλωβιστεί ανάμεσα σε δύο νταλίκες. Μαζί τους βρίσκονταν και τα σκυλιά τους. Η εικόνα που περιγράφηκε τότε ήταν εφιαλτική: ο δρόμος είχε ουσιαστικά εξαφανιστεί και τα ορμητικά νερά παρέσερναν αυτοκίνητα. Οι δύο άνδρες ζητούσαν βοήθεια.

Τη στιγμή εκείνη εμφανίστηκε ένας 24χρονος, ο Βαγγέλης Καρατσόλης, ο οποίος κατάφερε να πλησιάσει το εγκλωβισμένο τζιπ και να απεγκλωβίσει τους δύο άνδρες από το παράθυρο του οχήματος. Η μαρτυρία του νεαρού, που δημοσιεύτηκε τότε, περιγράφει μια πραγματική μάχη με το νερό και τη λάσπη.

«Ο δρόμος είχε εξαφανιστεί και τα νερά ήταν τόσο ορμητικά που παρέσυραν τα αμάξια σαν καρυδότσουφλα. Εγώ είχα βρει καταφύγιο στην οροφή ενός φορτηγού για να σωθώ από τον χείμαρρο. Υπήρχε ένα τζιπ σφηνωμένο ανάμεσα σε δύο νταλίκες, και όταν κοίταξα καλύτερα είδα πως υπήρχαν επιβάτες. Δύο ηλικιωμένοι άντρες. Παντού φωνές, ουρλιαχτά και εκκλήσεις για βοήθεια. Και η στάθμη του νερού ανέβαινε… Κατέβηκα από το όχημα και με υπεράνθρωπες προσπάθειες τους τράβηξα έξω από το παράθυρο του οδηγού. Μου είπαν ότι πήγαιναν για κυνήγι και είχαν αγωνία για την τύχη των σκυλιών που βρίσκονταν σε ειδικό κλουβί στο πίσω μέρος του οχήματός τους. Τους είπα ότι αδυνατούσα. Δεν άντεχα άλλο. Κι όμως τελικά τα ελευθέρωσα. Δεν μου επέτρεπε η συνείδησή μου να τα παρατήσω σε βέβαιο θάνατο». Δείτε τον νεαρό Βαγγέλη να μιλά στο Korinthos TV για το πώς σώθηκε ο ίδιος και έσωσε τους δύο κυνηγούς και στην συνέχεια τον φίλο του μπαμπά Μαζωνάκη να μιλάει για την περιπέτειά τους και να δείχνει το αυτοκίνητο του καλλιτέχνη:

Άλλη μια μεγάλη δοκιμασία που είχε περάσει όλη η οικογένεια μαζί και που ξεπεράστηκε όταν πληροφορήθηκαν ότι “ο μπαμπάς βγήκε σώος και αβλαβής”. Μετά την περιπέτεια της Μάνδρας, ο Μανώλης Μαζωνάκης είχε εμφανιστεί δημόσια μαζί με τον 24χρονο – σωτήρα του – Βαγγέλη, τον νεαρό που του έσωσε τη ζωή, εκφράζοντας και δημόσια την τεράστια ευγνωμοσύνη του. Η ζωή, όμως, φαίνεται πως του είχε ήδη δείξει αρκετές φορές ότι τίποτα δεν είναι δεδομένο.

Ο ρόλος του στην οικογενειακή κρίση
Ο Γιώργος είχε μεγαλώσει μέσα σε μια οικογένεια στην οποία οι δύο αδελφές του, Βάσω και Μαρία, είχαν σημαντική θέση στη ζωή του. Ειδικά με τη Βάσω υπήρξε για χρόνια σχέση εμπιστοσύνης που ξεπέρασε τα στενά οικογενειακά όρια και πέρασε και στον επαγγελματικό χώρο. Η οικογένεια δεν λειτουργούσε απλά σαν ασπίδα προστασίας γύρω από τον τραγουδιστή, ήταν οι δικοί του “φύλακες άγγελοι”. Όταν οι ισχυροί δεσμοί που τους ένωναν άρχισαν να σπάνε, ο Μανώλης Μαζωνάκης βρέθηκε σε μια εξαιρετικά δύσκολη θέση, είχε αδυναμία στον γιο του, αλλά ταυτόχρονα έπρεπε να υπερασπιστεί και τις τρεις γυναίκες της οικογενείας του. Τότε βρέθηκε σε μια από τις πιο δύσκολες στιγμές της ζωής του, γιατί δεν ήταν ένας άνθρωπος που έπρεπε απλώς να πάρει θέση σε μια επαγγελματική διαφωνία. Ήταν ο πατέρας που έπρεπε να ισορροπήσει ανάμεσα στα παιδιά του.

Ο Μανώλης Μαζωνάκης δεν ήταν ποτέ μάνατζερ του Γιώργου, δεν είχε ποτέ τον αποφασιστικό επαγγελματικό έλεγχο της καριέρας του, σε σχέση με την Κλειώ που πάντα έλεγε την άποψή της και συμβούλευε τον γιο της. Ο Μανώλης Μαζωνάκης δεν είχε ποτέ τον πρώτο λόγο στην καριέρα του γιου του, ο ρόλος του ήταν πρωτίστως οικογενειακός.

Η οικογενειακή κρίση του Γιώργου Μαζωνάκη πήρε δημόσιες διαστάσεις μέσα από δικαστικές και εξώδικες κινήσεις και από τη σύγκρουσή του με τις αδελφές του. Το 2025, εκείνες προχώρησαν σε αίτηση για την ακούσια ψυχιατρική εξέτασή του, γεγονός που οδήγησε στην εισαγγελική διαδικασία και στην εισαγωγή του στο Δρομοκαΐτειο. Η εξέλιξη αυτή βάθυνε δραματικά το ήδη υπάρχον χάσμα. Και τότε ακόμα ο πατέρας του έδειξε να κρατάει μια πιο ουδέτερη θέση, ήθελε να ενώσει την οικογένειά του και όχι να βρεθούν απέναντι ο ένας στον άλλον. Δεν τα κατάφερε και αυτό τον πονούσε βαθιά, ο Γιώργος έλειπε σε όλους μα πάνω από όλα έλειπε σε εκείνον, το γέλιο και η χαρά της ζωής όταν γέμιζε το σπίτι με πειράγματα. Σύμφωνα με δημοσιεύματα εκείνων των ημερών, ο Μανώλης δεν γνώριζε εκ των προτέρων τις κινήσεις των άλλων στενών συγγενών που οδήγησαν στην εισαγγελική διαδικασία.

Από την Βούλα στο Δρομοκαΐτειο
Τον Αύγουστο του 2025 η είδηση ότι ο Γιώργος Μαζωνάκης είχε οδηγηθεί από το σπίτι του στην Βούλα στο Δρομοκαΐτειο ύστερα από εισαγγελική εντολή, έπεσε σαν κεραυνός. Το θέμα δεν ήταν πλέον μια οικογενειακή διαφωνία. Ήταν μια υπόθεση με δικαστικές προεκτάσεις που είχε δει το φως της δημοσιότητας και αυτό τσάκιζε τον πατέρα. Άνθρωπος εσωστρεφής λύγιζε όταν ακόμα και οι φίλοι του τον ρωτούσαν από περιέργεια για τις εξελίξεις και έσκυβε το κεφάλι. Από την μια πλευρά ο Γιώργος που αμφισβητούσε την εικόνα που επιχειρήθηκε να δημιουργηθεί γύρω από την ψυχική του κατάσταση και μίλησε αργότερα για τον φόβο, την προδοσία και όσα βίωσε. Από την άλλη πλευρά της ιστορίας η αγωνία της οικογένειας για το καλό του.

«Μας ενδιαφέρει μόνο η ζωή και η υγεία του»
Η πιο χαρακτηριστική δημόσια παρέμβαση του πατέρα ήρθε τον Σεπτέμβριο του 2025. Ο Μανώλης Μαζωνάκης μίλησε στον Πέτρο Κουσουλό και στην εκπομπή του ΑΝΤ1 «Αποκαλύψεις» και προσπάθησε να εξηγήσει τι είχε σημασία για εκείνον. Ούτε τα χρήματα, ούτε η περιουσία, μόνο το παιδί του. «Δεν μας ενδιαφέρει τίποτα από εκείνον, μόνον η ζωή και η υγεία του», ήταν το μήνυμα του πατέρα. Ήταν ουσιαστικά μια κραυγή αγωνίας. Ο Μανώλης Μαζωνάκης φοβόταν για το παιδί του.

Η ενδοοικογενειακή κόντρα που τον τσάκισε
Κατά το παρελθόν, ο Μανώλης Μαζωνάκης μαζί με τη σύζυγό του έδιναν σχεδόν πάντα το παρόν σε μεγάλες πρεμιέρες του γιου τους στην Αθήνα, στηρίζοντάς τον διακριτικά από τα πρώτα τραπέζια. Στις φωτογραφίες των περιοδικών της εποχής, πόζαρε πάντα χαμογελαστός αλλά μετρημένος δίπλα στα παιδιά του, τον Γιώργο, τη Βάσω και τη Μαρία. Η εικόνα αυτή γκρεμίστηκε σαν χάρτινος πύργος στο σπίτι του Μανώλη Μαζωνάκη και εκείνος έγινε ο πατέρας που έπρεπε να τον ξαναχτίσει με γερά θεμέλια, να διαχειριστεί μια πρωτοφανή οικογενειακή κρίση βλέποντας τα παιδιά του να απομακρύνονται και μια διαμάχη να γίνεται δημόσιο θέαμα. Με λίγα λόγια να προσπαθεί να προστατεύσει, όσο μπορούσε, τις ισορροπίες. Και τελικά να βγαίνει μπροστά για να πει αυτό που ίσως κάθε γονιός θα έλεγε στην ίδια θέση: «Το παιδί μου».

https://youtu.be/4Ii6AQOhDyY?si=YZye_bTIVOcsGJ9mΟ Μανώλης Μαζωνάκης για πρώτη φορά ξέσπασε, όταν εμφανίστηκε στην εξόδιο ακολουθία στον Ιερό Ναό Αγίας Τριάδας στη Νίκαια εντελώς συντετριμμένος, λυγίζοντας υπό το βάρος της απόλυτης απώλειας. Οι κάμερες και οι φωτογράφοι των πρακτορείων τον κατέγραψαν να καταρρέει πάνω από το φέρετρο του παιδιού του, μη μπορώντας να συγκρατήσει τα δάκρυά του.
Ντυμένος στα μαύρα, με εμφανή τα σημάδια της εξάντλησης και του σοκ στο πρόσωπό του, στεκόταν υποβασταζόμενος. Η έκφραση του προσώπου του μαρτυρούσε όχι μόνο βαθύ πένθος αλλά και την οργή που εξέφρασε και στις μετέπειτα δηλώσεις του για τις συνθήκες γύρω από τον θάνατο του γιου του.

Δίπλα του η σύζυγός του, Κλειώ, και οι δύο κόρες τους, Μαρία και Βάσω, σχηματίζοντας μια τραγική ανθρώπινη αλυσίδα. Το βλέμμα του «παγωμένο στο κενό», ανίκανο να συνειδητοποιήσει την τραγωδία. Η εικόνα του αποχαιρετισμού, με τον ηλικιωμένο Μανώλη να κλαίει πάνω από το φέρετρο του Γιώργου Μαζωνάκη, έγινε το κεντρικό σύμβολο του θρήνου για τη λαοθάλασσα των χιλιάδων ανθρώπων που συγκεντρώθηκαν στη Νίκαια.

Συντετριμμένος μετά το 9ήμερο μνημόσυνο του τραγουδιστή, ο Μανώλης Μαζωνάκης ξέσπασε στις τηλεοπτικές κάμερες και δήλωσε με τρεμάμενη φωνή στην εκπομπή Live news: «Αυτοί πρέπει να μπουν φυλακή και να μην ξαναβγούν ποτέ. Το παιδί μου εμένα ποιος θα μου το φέρει πίσω;», απαιτώντας να χυθεί άπλετο φως και να αποδοθούν ευθύνες γύρω από τις συνθήκες θανάτου του γιου του. Παράλληλα, εξέφρασε το παράπονό του προς τα μέσα ενημέρωσης, λέγοντας χαρακτηριστικά: «Αν βοηθούσατε λίγο τα κανάλια, ο Γιώργος θα ήταν σήμερα εδώ μαζί μας, τώρα είναι αργά…», αναφερόμενος στις προσπάθειες που έκανε η οικογένεια τα τελευταία δύο χρόνια για να στηρίξει τον τραγουδιστή.

Για τον Μανώλη Μαζωνάκη, ο κύκλος της σιωπής έκλεισε οριστικά με τον πιο τραγικό τρόπο. Ο πατέρας που κάποτε σώθηκε από θαύμα στη Μάνδρα, καλείται τώρα να επιβιώσει από έναν πολύ μεγαλύτερο προσωπικό “πνιγμό”. Οι πρόσφατες, γεμάτες οργή δηλώσεις του δείχνουν ότι δεν πρόκειται να ησυχάσει. Ο επίλογος της δικής του διαδρομής δεν γράφεται πλέον με συμβιβασμούς, αλλά με μια κραυγή για αλήθεια και δικαίωση στη μνήμη του γιου του.

Ειδήσεις σήμερα

Ροή Ειδήσεων