Όσο περίεργο κι αν ακούγεται το σώμα σου ξέρει πότε ο Θάνατος είναι κοντά, και όλα ξεκινούν από τη μύτη…
Δεν είναι ασυνήθιστο να ακούσετε τα μέλη μιας οικογένειας να μιλούν για ένα αγαπημένο πρόσωπο που έχει φύγει μακριά.
Ακούγεται επίσης συχνά η συμπεριφορά ενός ατόμου πριν πεθάνει, είναι σαν να λέει αντίο, να κλείνει παλιές εκκρεμότητες σε σχέσεις, ακόμη και να αφήνει σε κάποιον την περιουσία του. Φαίνεται σαν να γνωρίζει κάτι από πριν.

Μερικοί υποστηρίζουν ότι αυτό είναι καθαρά σύμπτωση, ενώ άλλοι είναι σίγουροι ότι οι άνθρωποι αυτοί ξέρουν πότε ο θάνατος είναι κοντά. Είναι φυσικό να προσπαθήσουμε να κατανοήσουμε το θάνατο κάποιου που αγαπάμε ή να αντιληφθούμε τι συμβαίνει σε αυτές τις τελευταίες του στιγμές. Οι επιστήμονες γνωρίζουν ότι, όταν κάποιος πεθαίνει, το σώμα αρχίζει αμέσως να καταρρέει.
Η πουτρεσκίνη, για παράδειγμα, είναι μία άσχημη και τοξική μυρωδιά, το αποτέλεσμα της αποσύνθεσης. Οι ερευνητές έχουν αρχίσει να συνειδητοποιούν οι άνθρωποι αναγνωρίζουν υποσυνείδητα αυτή την οσμή της αποσύνθεσης. Εκτός του ότι, το άρωμα, όταν απελευθερώνεται, προκαλεί μια άμεση αντίδραση.
Τα ζώα έχουν την ικανότητα να μυρίζουν το άρωμα των άλλων, προτρέποντάς τα να αντιδράσουν αναλόγως.
Αυτή είναι η αίσθηση με την οποία καταλαβαίνουν τον κίνδυνο είτε από ένα αρπακτικό ζώο ή από κάποιο μεγαλύτερο σε μέγεθος ζώο από αυτά.

Μια μελέτη που διεξήχθη από τον Arnaud Wisman, από το Πανεπιστήμιο της Σχολής Ψυχολογίας του Kent στο Canterbury, στο Ηνωμένο Βασίλειο και την Ilan Shira από το Τμήμα Επιστημών Συμπεριφοράς στο Τεχνολογικό Πανεπιστήμιο του Arkansas, στο Russellville, έχει ανακαλύψει ότι τα ζώα και οι άνθρωποι μπορεί να μην είναι και τόσο διαφορετικοί τελικά.
Η ικανότητα για την ανίχνευση χημικών μυρωδιών είναι μέρος της επιβίωσης μεταξύ των ειδών. Η απειλή του θανάτου αποκαλύπτεται μέσα από τη μυρωδιά των ανθρώπων.
Η πουτρεσκίνη είναι μια χημική ένωση που απελευθερώνεται όταν ένα σώμα αποσυντίθεται.
Έχει επίσης μια δευτερεύουσα λειτουργία ως προειδοποιητικό σήμα. Οι άνθρωποι έχουν τόσο συνειδητή όσο και υποσυνείδητη αντίδραση όταν είναι εκτεθειμένοι σε αυτό το άρωμα.
Υπήρχαν τέσσερα διαφορετικά πειράματα που διεξήχθησαν χρησιμοποιώντας πουτρεσκίνη, αμμωνία, και νερό για να μελετήσουν την αντίδραση των ανθρώπων.
Ένα από τα πειράματα που περιελάμβαναν πουτρεσκίνη ήταν σε μια τοποθεσία, όπου η άμεση ανταπόκριση των ανθρώπων ήταν να απομακρυνθούν από την περιοχή.
Κάτι αντίστοιχο συμβαίνει και με την πάλη.

Όταν τα ζώα αισθάνονται ότι βρίσκονται σε κίνδυνο, υπάρχουν μόνο δύο αντιδράσεις: ή παλέψουν με τον κίνδυνο ή να τρέξουν μακριά από αυτόν. Η μελέτη αποκάλυψε ότι και οι άνθρωποι αντιδρούν με παρόμοιο τρόπο.
Υπάρχουν και άλλες μυρωδιές στις οποίες ο άνθρωπος αντιδράει, όπως ο ιδρώτας.
Ξεχωριστές μελέτες έχουν δείξει ότι ο η μυρωδιά του ιδρώτα που εκπέμπεται από ανθρώπους οι οποίοι βρίσκονται σε άσχημη κατάσταση, αυτομάτως μας τρομάζει.
“Δεν ξέρουμε γιατί μας αρέσει ή όχι η μυρωδιά κάποιου, και δεν μπορούμε να έχουμε επίγνωση του πώς το άρωμα επηρεάζει τα συναισθήματά μας, τις προτιμήσεις και συμπεριφορές μας”, εξηγεί ο Wisman και η Shira.
“Είναι δύσκολο να σκεφτούμε ένα άρωμα ως τρομακτικό”, σχολιάζουν οι δύο κορυφαίοι ερευνητές. Αυτές οι μυρωδιές κάνουν τους ανθρώπους να έχουν περισσότερη επαφή με το περιβάλλον τους.
Η φυσική αντίδραση των ανθρώπων σε κίνδυνο δεν είναι να το αντιμετωπίσουν και να πολεμήσουν.
Οι άνθρωποι τείνουν να αποφεύγουν κάθε είδους αντιπαράθεση, είτε λεκτική ή σωματική. Οι περισσότεροι επιλέγουν να αποστασιοποιηθούν μέχρι ο καυγάς να είναι η μόνη επιλογή που απομένει.
Οι αντιδράσεις μπορεί να είναι διαφορετικές μεταξύ τους, αλλά και πουτρεσκίνη και η φερομόνη βασίζονται στη μυρωδιά.
Οι φερομόνες είναι χημικές ουσίες που απελευθερώνονται από το σώμα για να προσελκύσουν έναν σύντροφο, ενώ η πουτρεσκίνη λειτουργεί ως προειδοποιητικό σήμα. “Η πουτρεσκίνη σηματοδοτεί ένα διαφορετικό είδος μηνύματος από τις φερομόνες, αλλά οι αντιδράσεις των ανθρώπων στην πουτρεσκίνη φαίνεται πράγματι να είναι οι αντίθετες των αντιδράσεων σε πολλές φερομόνες,” εξηγούν οι ερευνητές.
Κατά τη διάρκεια της μελέτης, οι άνθρωποι δεν γνώριζαν ότι είχαν αρνητική αντίδραση στη μυρωδιά.
“Οι άνθρωποι δεν είναι εξοικειωμένοι με την πουτρεσκίνη και δεν το συνδέουν συνειδητά με το θάνατο ή το φόβο,” είπαν ο Wisman και η Shira.

Οι ψυχές ζουν και μας βλέπουν…
Σε ένα νησί ζούσε προ ετών ένας ιερέας και η ψυχή του ήταν γεμάτη στοργή. Έφτασε όμως η μέρα που δοκιμάστηκε κι εκείνος και πόνεσε πολύ.Να σας θυμίσουμε μια ανατριχιαστική ιστορία!Γύρισε από τους νεκρούς… Δύο μήνες μετά την ταφή του
Η κόρη του, είχε παντρευτεί πρόσφατα μ’ ένα παληκάρι. Έφτασε,ο καιρός να φέρει στον κόσμο το πρώτο παιδάκι της. Κατά τον τοκετό όμως, πέθανε! Πήγε Μάρτυρας να συναντήσει τον Πλάστη της, αφήνοντας πολύ πόνο πίσω της.
Ο ιερέας πατέρας της πόνεσε κι αυτός πολύ στο χωρισμό, αλλά με ακλόνητη Πίστη στο Θεό πρόσφερε δοξολογία στο άγιο όνομά Του. Την αγάπη του δε, για την θυγατέρα του εξέφραζε με θερμές προσευχές για την ψυχή της και με κρυφές ελεημοσύνες.
Ο ιερέας είχε έναν αδελφό καπετάνιο που, απόμαχος πια της θάλασσας, είχε γίνει στεριανός για τα υπόλοιπα χρόνια της ζωής του. Είχε δημιουργήσει περιουσία κι απολάμβανε πλέον τους κόπους του. Δυστυχώς όμως ήταν σχεδόν άπιστος, παρ’ όλο που είχε καλή καρδιά. Τα βραδάκια, όταν μαζεύονταν στο φιλόξενο σπίτι του παπά μαζί με μερικούς φίλους, κάποιους αγαθούς νησιώτες που πρόσφεραν τις υπηρεσίες τους στην εκκλησία, έπιναν το ζεστό τους φασκόμηλο και κουβέντιαζαν. Ο καπετάνιος ένα βράδυ ειρωνεύτηκε τον ιερέα και του είπε:
– Σιγά καημένε παπά, μην υπάρχει άλλη ζωή και σε βλέπει η κόρη σου τι λέμε και τι κάνουμε!
Ο ιερέας με πραότητα προσπάθησε να τον βοηθήσει ν’ αποβάλει την απιστία, γιατί ήξερε πως κατά βάθος υπέφερε η ψυχή του μέσα στη θανατερή παγωνιά της. Εκείνος όμως δε φάνηκε να επηρεάζεται.
Ένα βράδυ, λοιπόν, ο ιερέας βλέπει τη θυγατέρα του στον ύπνο του. Ήταν ολόφωτη. Λευκοντυμένη, χαρούμενη, και του λέει: “Πατέρα, σ’ ευχαριστώ για όλα. Για την αγάπη σου, τις προσευχές σου, και τις ελεημοσύνες που κάνεις για την ψυχή μου. Πες, σε παρακαλώ, και στον θείο μου (τον καπετάνιο) ότι τον ευχαριστώ για το ψάρι που μούστειλε!”.
Αυτά είπε κι ενώ χαμογελούσε αγγελικά, τόνειρο έσβησε…
Ο ιερέας , όταν σηκώθηκε το πρωί, αισθανόταν μεγάλη χαρά και συγκίνηση.
Το βράδυ διηγήθηκε τόνειρο στη συντροφιά. Όλοι συγκινήθηκαν, μόνο ο καπετάνιος κοιτούσε δύσπιστα τον αδελφό του. Όταν όμως του είπε ότι η ανιψιά του τον ευχαριστεί για το ψάρι που της έστειλε, κι ότι δεν μπορεί να εξηγήσει αυτά τα λόγια της, ο καπετάνιος τινάχθηκε όρθιος. Τα μάτια του γέμισαν δάκρυα και τα χέρια του άρχισαν να τρέμουν. Απ’ το στόμα του βγήκε η κρυφή Πίστη της καρδιάς του:
– “Θεέ μου!”, ψιθύρισε και μια κοίταζε τον ένα και μια τον άλλον σαστισμένος.
Όλοι τον ρώτησαν τι συνέβαινε. Γιατί τόση ταραχή, γιατί τόση συγκίνηση; Εκείνος, όταν συνήλθε κάπως, ξανακάθησε στην καρέκλα του και χωρίς να εμποδίζει τα δάκρυά του να τρέχουν στο ηλιοψημένο πρόσωπό του, τους είπε με ταπεινή φωνή:
– “Ναι, είναι αλήθεια, ζουν οι ψυχές και μας βλέπουν! Ανήμερα στην κηδεία της ετοιμαζόμουν να κατέβω στην εκκλησία, όπου θα την διαβάζατε. Είχα πολύ πόνο μέσα μου. Το ξέρεις, παπά, πόσο αγαπούσα αυτή τη θυγατέρα σου. Ήταν πάντα άγγελος…
Εκείνη τη στιγμή έφθασε ένας φίλος μου ψαράς κάτω απ’ τον πέρα γιαλό. Τούχα πει πως, όταν έπιανε καλό ψάρι να μου τόφερνε κι εγώ θα το πλήρωνα όσο-όσο.
Εκείνη όμως τη στιγμή με νευρίασε η παρουσία του, καθώς κρατούσε το ροφό κρεμασμένο στο πλάι του. Του είπα λοιπόν απότομα:
– Δε θέλω ψάρια σήμερα, δεν θέλω τίποτε. Σήμερα κηδεύω την ανηψιά μου!
Ο άνθρωπος όταν τάκουσε πάγωσε και με κοίταζε αμίλητος. Τον λυπήθηκα και του είπα:
– Όμως, να, στο πληρώνω και συ δώστο σε κανένα φτωχό για την ψυχή της!
Εκείνος πήρε τα χρήματα, με συλλυπήθηκε κι έφυγε γρήγορα. Το περιστατικό αυτό δεν τόπα σε κανέναν και το είχα ξεχάσει. Αλλά η ψυχούλα της δεν το ξέχασε και μούστειλε τις ευχαριστίες της”, είπε και σκούπισε με την ανάστροφη του χεριού του τα δάκρυά του. Μετά χαμογέλασε γλυκά, μα τόσο γλυκά! Μέσα σ’ αυτό το χαριτωμένο χαμόγελο ο ιερέας διέκρινε το γλυκοχάραμα της αναγεννημένης Πίστεώς του. Η νύχτα της απιστίας έφυγε…
– “Δοξασμένο τόνομά Σου Πολυέλεε Κύριε”, ψιθύρισε ο ιερέας κα τον αγκάλιασε με το βλέμμα του…
ΔΕΣΠΟΙΝΑ ΒΑΝΔΗ: Η ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΗ ΓΙΑ ΤΟΝ ΧΩΡΙΣΜΟ ΜΕ ΤΟΝ ΝΤΕΜΗ – «ΟΤΑΝ ΕΙΔΑ ΤΟΝ ΒΑΣΙΛΗ ΕΙΠΑ…»
Η Δέσποινα Βανδή σε συνέντευξη που παραχώρησε στη Νάνσυ Ζαμπέτογλου και το περιοδικό “Down Town”, μίλησε για τα παιδιά της και τον Βασίλη Μπισμπίκη, ενώ αποκάλυψε πως τα τελευταία δύο χρόνια κάνει ψυχοθεραπεία.
Πώς φτάνεις να πεις μια μέρα «η ζωή είναι αλλιώς»;
Όταν αποφασίζεις να πρωταγωνιστήσεις σε αυτήν. Τώρα μπορεί να σου γεννιέται η εύλογη ερώτηση: «Μα δεν πρωταγωνιστούσες στη ζωή σου όλα αυτά χρόνια;» Όταν κάνεις παιδιά όλα αλλάζουν. Αφήνεις τον εαυτό σου πιο πίσω, μπορεί να κάνεις πράγματα τα οποία δεν σε ευχαριστούν απόλυτα, αλλά ευχαριστούν τον υπόλοιπο κόσμο και από εκεί που ζούσες εκατό τοις εκατό για τον εαυτό σου, καταλήγεις να ζεις πενήντα τοις εκατό, μετά τριάντα, δέκα… και μια μέρα χάνεσαι, χωρίς να το καταλάβεις. Άλλαξα, ρε παιδί μου, όχι μια μέρα ξαφνικά, αλλά αποφάσισα να κάνω ευτυχισμένο τον εαυτό μου, να δώσω σημασία σε μένα.
Εσύ το καταλάβαινες ότι δεν είσαι ευτυχισμένη;
Δεν το καταλαβαίνεις. Ασφαλώς καταλαβαίνεις ότι δεν είσαι καλά, αλλά είναι τόσο πολλά αυτά που τρέχουν γύρω σου, που επί της ουσίας αποσυντονίζεσαι και το μόνο που κάνεις είναι να κοιτάζεις πώς θα βγει η καθημερινότητα και χάνεις τη μεγάλη εικόνα. Χάνεις τη μεγάλη, ουσιαστική εικόνα του ότι εσύ τελικά δεν είσαι χαρούμενος μέσα σε όλο αυτό. Οπότε, για να μιλήσω για μένα, η αλλαγή δεν έγινε ξαφνικά, αλλά όταν προέκυψε είδα τη διαφορά. Με τι έχει να κάνει η χαρά; Διότι σίγουρα δεν έχει να κάνει ούτε με τα χρήματα ούτε με την εμφάνιση.
Προτεραιότητα της Δέσποινας Βανδή ήταν τα παιδιά της
Είχες αφήσει τον εαυτό σου;
Εντελώς. Για μένα προτεραιότητα ήταν τα παιδιά. Μην ξεχνάς ότι η Μελίνα πάει 19 και από την ώρα που ήρθε στον κόσμο εγώ με άφησα. Μετά γεννήθηκε ο Γιώργος. Εγώ το μόνο που σκεφτόμουν ήταν να είναι καλά τα παιδιά. Όλος ο κόσμος μου ήταν αυτά. Δεν έδινα καμία σημασία στον εαυτό μου.
Δεν γίνονται και τα δύο μαζί;

Φυσικά και γίνονται. Νάνσυ, δεν το καταλαβαίνεις και δεν το καταλαβαίνεις επειδή οι άνθρωποι σταδιακά μέσα στον χρόνο αλλάζουν. Δεν αλλάζουν σε μια στιγμή. Και κάνεις υπομονή πιστεύοντας ότι τα πράγματα θα αλλάξουν, ότι θα γίνουν καλύτερα. Αλλά αυτά δεν αλλάζουν κι εσύ συνεχίζεις να κάνεις υπομονή. Εγώ από υπομονή μπορεί να σκάσω γάιδαρο, αλλά δεν είναι και τόσο μεγάλο προτέρημα αυτό τελικά.
Αν τα παιδιά σου ήταν μικρά ακόμα θα ήμασταν εδώ και θα λέγαμε αυτά;
Δεν το ξέρω. Νάνσυ, σε μένα τα πράγματα γίνανε πάρα πολύ απλά. Τα είδα όλα μπροστά μου στην κανονικότητά τους επειδή ερωτεύτηκα. Δεν ξέρω αν θα τα έβλεπα τόσο ξεκάθαρα πριν. Προκειμένου να δικαιολογήσουμε πράγματα που δεν μας αρέσουν στη ζωή μας, βρίσκουμε δεκάδες λόγους και αιτίες και η δύναμη της συνήθειας και όλο αυτό το πράγμα που ξέρεις. Δεν είναι εύκολο να βγεις έξω από το πλαίσιο μέσα στο οποίο έχεις μάθει να λειτουργείς.
Δεν φοβήθηκες την ώρα που ένιωσες ότι ερωτεύεσαι;
Εγώ ερωτεύτηκα και θεώρησα τίμιο απέναντι στον εαυτό μου, στα παιδιά μου και στον άνθρωπο που είχα δίπλα μου τέλος πάντων όλα αυτά τα χρόνια να χωρίσω, δεν σήκωνε δεύτερη κουβέντα.
Δεν το φοβήθηκες το συναίσθημα που ερχόταν; Σε ξεβόλευε, σου άλλαζε τη ζωή.
Οι άνθρωποι αλλάζουν, οπότε μοιραία και οι σχέσεις. Όταν ζεις παθητικά είναι σίγουρο ότι θα βρεθείς σε ψυχολογικά αδιέξοδα. Το συναίσθημα με αφύπνισε και κατάλαβα πως είχε έρθει πια η ώρα για αλλαγή.
Μου κάνει εντύπωση που –παρά τους κανόνες, τα στερεότυπα κι όλα αυτά που έχεις μέσα στο κεφάλι σου επειδή έτσι μεγάλωσες– αποφάσισες να το ζήσεις.
Κοίταξε, δεν έγινε έτσι ξαφνικά. Δεν πάρθηκε αυτή απόφαση μέσα σε μία μέρα. Είχα κι εγώ τις αγωνίες και τις αντιστάσεις μου, αλλά έβλεπα ότι αυτό το πράγμα έρχεται με φορά πάνω μου. Δεν μπορούσα να το παλέψω ούτε να αντισταθώ, οπότε έπρεπε να πάρω μια απόφαση. Ή να το ζήσω ή να το αφήσω. Δεν ήθελα να το αφήσω.
Είναι τελικά τύχη που ζεις όλο αυτό; Κάτι σαν να σώζεσαι την τελευταία στιγμή που πας να φύγεις στον γκρεμό;
Ναι, τύχη είναι. Νομίζω ότι είναι κάποιος από εκεί πάνω ψηλά που ήθελε να συμβεί αυτό το πράγμα σε μένα. Είναι ο Θεός, είναι το σύμπαν, οι άγγελοι; Δεν ξέρω.
Η Δέσποινα Βανδή κάνει ψυχοθεραπεία την τελευταία δεκαετία
Αναθεώρησες κι άλλα πράγματα; Εννοώ και στη δουλειά;
Καταρχάς, κάνω ψυχοθεραπεία σχεδόν δύο χρόνια τώρα και με έχει βοηθήσει πάρα πολύ. Θεωρούσα ότι το να διαβάζεις βιβλία και να έχεις καλούς φίλους είναι αρκετό για να εξελιχθείς, να μοιραστείς και να προβληματιστείς. Όχι όμως. Με την ψυχοθεραπεία βλέπεις πράγματα που ούτε είχες σκεφτεί ποτέ ούτε είχες έρθει αντιμέτωπος με αυτά. Είναι πολύ πιο εύκολο να χώνεις πράγματα κάτω από το χαλάκι και να προχωράς ξανά. Δευτέρα, Τρίτη, Τετάρτη, Πέμπτη κλπ.
Τώρα είσαι ευχαριστημένη;
Ναι, φυσικά, είμαι χαρούμενη με τις επιλογές μου. Γιατί πια αποφασίζω μόνη μου.
Είσαι μόνη σου ποτέ μέσα στη μέρα;
Φυσικά. Τώρα έφυγε η Μελίνα και όταν ο Γιώργος είναι σχολείο και ο Βασίλης έχει γύρισμα είμαι μόνη μου. Όμως όταν έχουμε λίγο ελεύθερο χρόνο με τον Βασίλη θέλουμε να κάνουμε κάτι μαζί. Να περάσουμε στιγμές μαζί.
Πώς είναι αυτό;
Είναι πάρα πολύ όμορφο και είναι πρωτόγνωρο. Είναι σαν να είμαστε σε πενταήμερη. Μόλις βρούμε ένα κενό διήμερο –σπάνια βέβαια– θέλουμε να πάμε εκδρομή! Ή να πάμε να φάμε κάπου, να πάμε σε ένα ταβερνάκι, να κάνουμε μια βόλτα.
Με τον Βασίλη ήσασταν έτσι από την πρώτη στιγμή που βρεθήκατε;
Ναι. Ήταν κάτι που υπήρχε. Ένας ηλεκτρισμός. Υπήρχε όλη αυτή η ζεστασιά στην ψυχή. Από το να κοιτάς τον άλλον μέχρι να επικοινωνείτε. Δεν καταλαβαίναμε ακριβώς τι συμβαίνει, αλλά νιώθαμε ότι κάτι συμβαίνει. Εγώ δηλαδή δεν το ήξερα. Εκείνος, από την άλλη, έλεγε ότι ήταν σίγουρος. Εγώ σκεφτόμουν ότι μπορεί όσο τον γνώριζα καλύτερα να χανόταν ο ενθουσιασμός και ο θαυμασμός. Αλλά δεν συνέβη αυτό το πράγμα και αυτό που ένιωθα όλο και δυνάμωνε.
Την οικειότητα την αισθάνθηκες γρήγορα;
Από την πρώτη στιγμή. Νομίζω ότι αυτό που μας ένωσε τόσο δυνατά με τον Βασίλη ήταν η αλήθεια μας. Στην αρχή κάναμε παρέα. Δεν γίναμε αμέσως ζευγάρι, πέρασε ένα αρκετά μεγάλο διάστημα. Και σε αυτή την παρέα που κάναμε αισθανόμασταν ότι κουμπώνουμε ολοένα και περισσότερο. Είναι πολλά τα κοινά μας.
Δεν ωραιοποιήσατε τον εαυτό σας για να αρέσετε ο ένας στον άλλον;
Δεν χρειάστηκε, δεν θέλαμε κιόλας. Η αλήθεια ήταν αυτή που μας έφερε ακόμη πιο κοντά. Μια γυμνή αλήθεια που δεν είχε κανένα καλλωπισμό.
Δεν σκέφτηκες μήπως δεν πρέπει να του φορτώσεις τα δικά σου θέματα;
Δεν με ενδιέφερε καθόλου να σκεφτώ τίποτα τέτοιο και ούτε και εκείνον. Η αλήθεια είναι αυτή που μας έφερε κοντά και η τύχη.
Δεν ήσουν μια γυναίκα που έψαχνε.
Όχι, όχι. Όταν τον είδα είπα «Χριστέ μου, πόσο όμορφος άντρας είναι αυτός!» και μέχρι εκεί. Αλλά στην επικοινωνία μας άρχισα να νιώθω ότι είναι κάτι άλλο.
Ο κόσμος σε νοιάζει; αυτό το «τι θα πει ο κόσμος»;
Όχι, Νάνσυ, όχι.
Εσύ όταν ακούς ένα τραγούδι σου εκείνης της περιόδου σκέφτεσαι και το τι συνέβαινε στη ζωή σου παράλληλα;
Ναι, κάποιες φορές ακούω και τι συνέβαινε στη ζωή μου εκείνη την περίοδο.
Κρυβόσουν;
Αν έκρυβα τη θλίψη μου με ρωτάς; Ναι. Κάπως αλλιώς θα σου το θέσω τώρα, όπως μου έρχεται: Δεν είναι ότι έκρυβα τη θλίψη μου, είναι ότι γέμιζα τη ζωή μου παίρνοντας χαρά από τη δουλειά μου, τα παιδιά μου, τους φίλους μου.
Τώρα;
Τώρα νιώθω γεμάτη, νιώθω πλήρης.