Λειψυδρία: Η Αττική κοντά στο «σημείο μηδέν» – Αποθέματα νερού μόνο για δύο χρόνια
Η Αττική αντιμετωπίζει σοβαρό πρόβλημα λειψυδρίας που οξύνεται διαρκώς, καθώς τα αποθέματα νερού στους ταμιευτήρες βρίσκονται σε ιστορικά χαμηλά επίπεδα.
Τα αποθέματα νερού στην Αττική φτάνουν για περίπου έναν με ενάμιση χρόνο, ακόμα κι αν δεν βρέξει καθόλου μέχρι τότε. Η Ελλάδα, παρά την ξηρασία των τελευταίων χρόνων, δεν πρόκειται να γίνει ποτέ σαν τη Σαχάρα.
Σύμφωνα με τα στοιχεία της ΕΥΔΑΠ, στις 27 Οκτωβρίου 2025, οι ταμιευτήρες – έγιναν τέσσερις με την προσθήκη του Εύηνου το 2002 – περιείχαν συνολικά λιγότερα από 380 εκατομμύρια κυβικά μέτρα νερού, δηλαδή περίπου το 25% της συνολικής τους χωρητικότητας.
Με άλλα λόγια, σχεδόν τα τρία τέταρτα των ταμιευτήρων είναι άδεια, ενώ ο ρυθμός εξάντλησης των αποθεμάτων – 37% το τελευταίο 12μηνο, 5,7% από τις αρχές Οκτωβρίου και 40% από την 1η Ιανουαρίου – έχει σημάνει συναγερμό σε όλα τα επίπεδα: την ΕΥΔΑΠ, την Περιφέρεια και, βεβαίως, την κυβέρνηση, η οποία ετοιμάζεται να ανακοινώσει το επόμενο διάστημα ένα πακέτο μέτρων, πιθανότατα διά στόματος του ίδιου του Πρωθυπουργού.
Το σίγουρο είναι πως εάν δεν αλλάξουν οι τάσεις που επικρατούν σήμερα, τα αποθέματα στο Λεκανοπέδιο θα έχουν εξαντληθεί μέσα στην επόμενη διετία. Τα ερωτήματα που τίθενται λοιπόν είναι επιτακτικά, καθώς η Ελλάδα κατατάσσεται στη 19η θέση παγκοσμίως αναφορικά με τον κίνδυνο λειψυδρίας που αντιμετωπίζει.
Υπάρχουν μέτρα τα οποία μπορούν να ληφθούν για να μη διψάσει η πρωτεύουσα και συνολικά η Αττική; Μπορεί – και πώς; – να επιτευχθεί εξοικονόμηση στην κατανάλωση και τις απώλειες από τα δίκτυα; Είναι δυνατόν να εκμεταλλευτούμε το νερό της βροχής, το συντριπτικά μεγαλύτερο μέρος του οποίου πάει χαμένο, καταλήγοντας στη θάλασσα; Και τι μας διδάσκει η εμπειρία προηγούμενων γενικευμένων κρίσεων λειψυδρίας, όπως αυτή του 1993;
Σε κάθε περίπτωση, οι συνθήκες που δημιουργεί η κλιματική κρίση, με συνέπεια (και) την ξηρασία, δεν αναμένεται να βελτιωθούν τα επόμενα χρόνια και δεκαετίες αλλά, αντιθέτως, να επιδεινωθούν. Δεν είναι τυχαίο ότι, λόγω αυτής, ολοένα συχνότερα οι βροχές έρχονται σε μορφή ισχυρών και ισχνών καταιγίδων με αποτέλεσμα να μην απορροφάται ποτέ «ομαλά» η τεράστια ποσότητα νερού από το φυσικό περιβάλλον. Πρόβλημα προκαλεί, επίσης, η μείωση της χιονόπτωσης, καθότι το χιόνι είναι η σταθερή πηγή νερού στα βουνά, τις λίμνες και συνολικά τον υδροφόρο ορίζοντα.
Σε αυτό το φόντο, είναι αναγκαίο να ληφθεί άμεσα δράση, η οποία όμως οφείλει να λαμβάνει υπόψη και όχι να παρακάμπτει τις πραγματικές συνθήκες στην Ελλάδα. Ανάμεσά τους μπορούμε να ξεχωρίσουμε τις εξής: Το απαρχαιωμένο δίκτυο ύδρευσης και τις παράνομες χρήσεις που ευθύνονται για τεράστιες απώλειες (σύμφωνα με πρόσφατη μελέτη του ΟΟΣΑ φτάνουν το 30%). Επίσης, την κατασπατάληση πολύτιμου γλυκού νερού από μεθόδους άρδευσης όπως ο καταιονισμός και η κατάκλιση (αντί του στάγδην ποτίσματος). Τέλος, τη διαπίστωση ότι η έκρηξη του τουρισμού είναι υπεύθυνη, σύμφωνα με τα διαθέσιμα στοιχεία (έκθεση Deloitte), για την αύξηση κατά 150% περίπου των απολήψεων νερού για ύδρευση από το 2000 ως σήμερα (συνολικά στην Ελλάδα και ειδικότερα στην Αθήνα, που έχει μετατραπεί σε βασικό προορισμό και μάλιστα καθόλη τη διάρκεια του έτους).
Αξίζει να σημειωθεί ότι, σύμφωνα με τους επιστήμονες και τα στατιστικά στοιχεία, για να μειωθούν επικίνδυνα τα αποθέματα αρκούν δύο ή τρεις συνεχόμενες χρονιές ξηρασίας ή άλλες δυσμενείς συνθήκες. Η πίεση στα υδατικά αποθέματα, όμως, συνδέεται άμεσα και με τη διαχείριση των φυσικών και αστικών υδάτινων πόρων, τη συρρίκνωση των ανοιχτών ρεμάτων και τη μη αξιοποίηση του βρόχινου νερού, δημιουργώντας ένα περιβάλλον όπου η διασφάλιση νερού και η προστασία από πλημμύρες καθίστανται επείγουσες προτεραιότητες.
Ομως, η κατάσταση των αστικών και φυσικών υδάτινων πόρων στην Ελλάδα, και ειδικότερα στην Αττική, έχει υποστεί δραματικές αλλαγές κατά τις τελευταίες δεκαετίες. Σύμφωνα με μελέτη του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου, τα ανοιχτά ρέματα το 1945 είχαν συνολικό μήκος 1.280 χιλιόμετρα, ενώ σήμερα έχουν μειωθεί σε μόλις 434 χιλιόμετρα, σημειώνοντας μείωση 66,4%. Παράλληλα, σύμφωνα με μελέτη της ΙΓΜΕ, της ελληνική Αρχής Γεωλογικών & Μεταλλευτικών Ερευνών, πριν από μερικά χρόνια το 80% των νερών της βροχής απορροφούνταν από το έδαφος και μόνο το 20% κατέληγε στη θάλασσα. Πλέον τα νούμερα έχουν έρθει… τούμπα.
Μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, οι δομημένες επιφάνειες στην Αθήνα κάλυπταν το 25% του Λεκανοπεδίου, ενώ μετά το 1975 το ποσοστό αυτό αυξήθηκε στο 75%. Αντίστοιχα, στα τέλη του 19ου αιώνα το Λεκανοπέδιο διέσχιζαν 700 χείμαρροι, ποτάμια και ρυάκια. Το 1999 ο αριθμός τους είχε μειωθεί κάτω από 70, ενώ πλέον δεν υπερβαίνουν τα 50. Η απώλεια αυτή οφείλεται στο «μπάζωμα» και την καταπάτηση των ρεμάτων. Μόνο στην Αττική έχουν μπαζωθεί περίπου 550 χιλιόμετρα ρέματα και χείμαρροι, κυρίως για την εξυπηρέτηση οικιστικών αναγκών. Καλό παράδειγμα ο Ιλισός, άλλοτε το μεγαλύτερο ποτάμι που διέσχιζε την Αθήνα, σήμερα «κυλά» εξ ολοκλήρου υπόγεια, κάτω από κεντρικούς δρόμους της Περιφέρειας.
Οπως είναι φυσικό, δεν είναι μόνο η Ελλάδα που αντιμετωπίζει οξύ πρόβλημα λειψυδρίας. Μία ακόμη χώρα που βρίσκεται σε ανάλογη, αν όχι χειρότερη, κατάσταση είναι η Τουρκία. Εκεί όπου, σύμφωνα με τα στοιχεία, τα υδάτινα αποθέματα έχουν σχεδόν μηδενιστεί στη Σμύρνη, ενώ είναι στο 25% στην Κωνσταντινούπολη και στο 16% στην Αγκυρα.
Μάλιστα, ανάμεσα στα άλλα μέτρα που εξετάζουν οι Αρχές είναι η εκτεταμένη χρήση της μεθόδου του «βομβαρδισμού-ιονισμού» των σύννεφων έτσι ώστε να προκληθεί βροχόπτωση. «Εάν η διαδικασία γίνει όπως πρέπει, απαιτούνται 20 λεπτά μέχρι να ξεκινήσει η βροχή, που στη συνέχεια διαρκεί περίπου μία ώρα» δήλωσε στη «Milliyet» ο καθηγητής Μετεωρολογίας Ορχάν Σεν. Υπενθύμισε δε ότι η συγκεκριμένη μέθοδος είχε εφαρμοστεί με μεγάλη επιτυχία και στο παρελθόν, κυρίως το 1993 που καταγράφηκε μεγάλη ξηρασία, ενώ αξιοποιείται από κάπου 50 χώρες.
Ο ίδιος παραδέχθηκε, ωστόσο, ότι η λύση αυτή δεν μπορεί παρά να είναι μερική και προσωρινή.
Πώς μπορούμε να αξιοποιήσουμε το νερό της βροχής;
Η συλλογή και αξιοποίηση του βρόχινου νερού δεν συνιστά καινοτομία, καθώς η Ελλάδα διαθέτει μακρά παράδοση. Σήμερα, η επαναφορά αυτής της πρακτικής με σύγχρονη τεχνολογία μπορεί να μειώσει τη σπατάλη νερού από τα δίκτυα, ειδικά στις περιοχές με αυξημένη ζήτηση και τουρισμό.
Η καθηγήτρια και υδρολόγος Ελισσάβετ Φελώνη, της Σχολής Μηχανικών του Πανεπιστημίου Δυτικής Αττικής, μιλάει στα «ΝΕΑ» και τονίζει: «Οταν μιλάμε για αξιοποίηση, αυτό απαιτεί εργασίες όπως φράγματα και άλλα μεγάλα έργα, καθώς και μακροχρόνιο σχεδιασμό. Σε μεγάλο βαθμό, στην Ελλάδα έχουμε δώσει σε κρατικό επίπεδο αρκετή έμφαση στη σωστή αξιοποίηση του βρόχινου νερού. Αυτά τα έργα μπορούν να αξιοποιηθούν είτε για ζητήματα ύδρευσης και άρδευσης είτε, σε κάποιες περιπτώσεις, για παραγωγή ενέργειας. Οσον αφορά τους πολίτες και την κοινωνία, υπάρχουν πολλές περιπτώσεις στις οποίες μπορούμε να αξιοποιήσουμε το βρόχινο νερό, όπως στο πότισμα αλλά ακόμα και στην τουαλέτα».
Ειδικότερα η αξιοποίηση του βρόχινου νερού σε ατομικό επίπεδο αποτελεί μια απλή αλλά αποτελεσματική στρατηγική για την εξοικονόμηση νερού και τη μείωση του περιβαλλοντικού αποτυπώματος των νοικοκυριών. Μέσω της συλλογής από στέγες σε δεξαμενές, κάθε σπίτι μπορεί να δημιουργήσει μια βιώσιμη πηγή νερού για καλλιέργειες κήπου, φυτά σε γλάστρες ή ακόμη και για οικιακή χρήση σε πλύσεις και καθαρισμούς. Η χρήση του βρόχινου νερού μειώνει την εξάρτηση από το δίκτυο ύδρευσης, περιορίζοντας ταυτόχρονα το κόστος των λογαριασμών και την πίεση στις υποδομές των πόλεων.
Εκτός από οικονομικά οφέλη, η πρακτική αυτή συμβάλλει στη διαχείριση των πλημμυρικών φαινομένων, απορροφώντας μεγάλες ποσότητες νερού και προστατεύοντας το έδαφος και τα φυτά. Επιστημονικές μελέτες δείχνουν ότι το βρόχινο νερό είναι φτωχό σε άλατα και χημικά, καθιστώντας το ιδανικό για καλλιέργειες και κηπευτικά. Παράλληλα, η συλλογή και χρήση του προάγει έναν πιο βιώσιμο τρόπο ζωής. Η δαπάνη χρημάτων όμως παραμένει το κύριο εμπόδιο για τη μαζική εφαρμογή συστημάτων συλλογής βρόχινου νερού. Το κόστος εγκατάστασης μιας ομβροδεξαμενής, δηλαδή μιας τεχνητής, σκαμμένης δεξαμενής που χρησιμοποιείται για τη συλλογή και αποθήκευση βρόχινου νερού, αλλά και των συνοδευτικών εξαρτημάτων δεν αποσβένεται ούτε σε βάθος δεκαετιών με τις σημερινές τιμές νερού. Αυτό καταδεικνύει ότι, αν και τα συστήματα μπορούν να φανούν χρήσιμα τεχνικά, η οικονομική τους βιωσιμότητα εξαρτάται από τη συμμετοχή του κράτους.
ΔΕΣΠΟΙΝΑ ΒΑΝΔΗ: Η ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΗ ΓΙΑ ΤΟΝ ΧΩΡΙΣΜΟ ΜΕ ΤΟΝ ΝΤΕΜΗ – «ΟΤΑΝ ΕΙΔΑ ΤΟΝ ΒΑΣΙΛΗ ΕΙΠΑ…»
Η Δέσποινα Βανδή σε συνέντευξη που παραχώρησε στη Νάνσυ Ζαμπέτογλου και το περιοδικό “Down Town”, μίλησε για τα παιδιά της και τον Βασίλη Μπισμπίκη, ενώ αποκάλυψε πως τα τελευταία δύο χρόνια κάνει ψυχοθεραπεία.
Πώς φτάνεις να πεις μια μέρα «η ζωή είναι αλλιώς»;
Όταν αποφασίζεις να πρωταγωνιστήσεις σε αυτήν. Τώρα μπορεί να σου γεννιέται η εύλογη ερώτηση: «Μα δεν πρωταγωνιστούσες στη ζωή σου όλα αυτά χρόνια;» Όταν κάνεις παιδιά όλα αλλάζουν. Αφήνεις τον εαυτό σου πιο πίσω, μπορεί να κάνεις πράγματα τα οποία δεν σε ευχαριστούν απόλυτα, αλλά ευχαριστούν τον υπόλοιπο κόσμο και από εκεί που ζούσες εκατό τοις εκατό για τον εαυτό σου, καταλήγεις να ζεις πενήντα τοις εκατό, μετά τριάντα, δέκα… και μια μέρα χάνεσαι, χωρίς να το καταλάβεις. Άλλαξα, ρε παιδί μου, όχι μια μέρα ξαφνικά, αλλά αποφάσισα να κάνω ευτυχισμένο τον εαυτό μου, να δώσω σημασία σε μένα.
Εσύ το καταλάβαινες ότι δεν είσαι ευτυχισμένη;
Δεν το καταλαβαίνεις. Ασφαλώς καταλαβαίνεις ότι δεν είσαι καλά, αλλά είναι τόσο πολλά αυτά που τρέχουν γύρω σου, που επί της ουσίας αποσυντονίζεσαι και το μόνο που κάνεις είναι να κοιτάζεις πώς θα βγει η καθημερινότητα και χάνεις τη μεγάλη εικόνα. Χάνεις τη μεγάλη, ουσιαστική εικόνα του ότι εσύ τελικά δεν είσαι χαρούμενος μέσα σε όλο αυτό. Οπότε, για να μιλήσω για μένα, η αλλαγή δεν έγινε ξαφνικά, αλλά όταν προέκυψε είδα τη διαφορά. Με τι έχει να κάνει η χαρά; Διότι σίγουρα δεν έχει να κάνει ούτε με τα χρήματα ούτε με την εμφάνιση.
Προτεραιότητα της Δέσποινας Βανδή ήταν τα παιδιά της
Είχες αφήσει τον εαυτό σου;
Εντελώς. Για μένα προτεραιότητα ήταν τα παιδιά. Μην ξεχνάς ότι η Μελίνα πάει 19 και από την ώρα που ήρθε στον κόσμο εγώ με άφησα. Μετά γεννήθηκε ο Γιώργος. Εγώ το μόνο που σκεφτόμουν ήταν να είναι καλά τα παιδιά. Όλος ο κόσμος μου ήταν αυτά. Δεν έδινα καμία σημασία στον εαυτό μου.
Δεν γίνονται και τα δύο μαζί;

Φυσικά και γίνονται. Νάνσυ, δεν το καταλαβαίνεις και δεν το καταλαβαίνεις επειδή οι άνθρωποι σταδιακά μέσα στον χρόνο αλλάζουν. Δεν αλλάζουν σε μια στιγμή. Και κάνεις υπομονή πιστεύοντας ότι τα πράγματα θα αλλάξουν, ότι θα γίνουν καλύτερα. Αλλά αυτά δεν αλλάζουν κι εσύ συνεχίζεις να κάνεις υπομονή. Εγώ από υπομονή μπορεί να σκάσω γάιδαρο, αλλά δεν είναι και τόσο μεγάλο προτέρημα αυτό τελικά.
Αν τα παιδιά σου ήταν μικρά ακόμα θα ήμασταν εδώ και θα λέγαμε αυτά;
Δεν το ξέρω. Νάνσυ, σε μένα τα πράγματα γίνανε πάρα πολύ απλά. Τα είδα όλα μπροστά μου στην κανονικότητά τους επειδή ερωτεύτηκα. Δεν ξέρω αν θα τα έβλεπα τόσο ξεκάθαρα πριν. Προκειμένου να δικαιολογήσουμε πράγματα που δεν μας αρέσουν στη ζωή μας, βρίσκουμε δεκάδες λόγους και αιτίες και η δύναμη της συνήθειας και όλο αυτό το πράγμα που ξέρεις. Δεν είναι εύκολο να βγεις έξω από το πλαίσιο μέσα στο οποίο έχεις μάθει να λειτουργείς.
Δεν φοβήθηκες την ώρα που ένιωσες ότι ερωτεύεσαι;
Εγώ ερωτεύτηκα και θεώρησα τίμιο απέναντι στον εαυτό μου, στα παιδιά μου και στον άνθρωπο που είχα δίπλα μου τέλος πάντων όλα αυτά τα χρόνια να χωρίσω, δεν σήκωνε δεύτερη κουβέντα.
Δεν το φοβήθηκες το συναίσθημα που ερχόταν; Σε ξεβόλευε, σου άλλαζε τη ζωή.
Οι άνθρωποι αλλάζουν, οπότε μοιραία και οι σχέσεις. Όταν ζεις παθητικά είναι σίγουρο ότι θα βρεθείς σε ψυχολογικά αδιέξοδα. Το συναίσθημα με αφύπνισε και κατάλαβα πως είχε έρθει πια η ώρα για αλλαγή.
Μου κάνει εντύπωση που –παρά τους κανόνες, τα στερεότυπα κι όλα αυτά που έχεις μέσα στο κεφάλι σου επειδή έτσι μεγάλωσες– αποφάσισες να το ζήσεις.
Κοίταξε, δεν έγινε έτσι ξαφνικά. Δεν πάρθηκε αυτή απόφαση μέσα σε μία μέρα. Είχα κι εγώ τις αγωνίες και τις αντιστάσεις μου, αλλά έβλεπα ότι αυτό το πράγμα έρχεται με φορά πάνω μου. Δεν μπορούσα να το παλέψω ούτε να αντισταθώ, οπότε έπρεπε να πάρω μια απόφαση. Ή να το ζήσω ή να το αφήσω. Δεν ήθελα να το αφήσω.
Είναι τελικά τύχη που ζεις όλο αυτό; Κάτι σαν να σώζεσαι την τελευταία στιγμή που πας να φύγεις στον γκρεμό;
Ναι, τύχη είναι. Νομίζω ότι είναι κάποιος από εκεί πάνω ψηλά που ήθελε να συμβεί αυτό το πράγμα σε μένα. Είναι ο Θεός, είναι το σύμπαν, οι άγγελοι; Δεν ξέρω.
Η Δέσποινα Βανδή κάνει ψυχοθεραπεία την τελευταία δεκαετία
Αναθεώρησες κι άλλα πράγματα; Εννοώ και στη δουλειά;
Καταρχάς, κάνω ψυχοθεραπεία σχεδόν δύο χρόνια τώρα και με έχει βοηθήσει πάρα πολύ. Θεωρούσα ότι το να διαβάζεις βιβλία και να έχεις καλούς φίλους είναι αρκετό για να εξελιχθείς, να μοιραστείς και να προβληματιστείς. Όχι όμως. Με την ψυχοθεραπεία βλέπεις πράγματα που ούτε είχες σκεφτεί ποτέ ούτε είχες έρθει αντιμέτωπος με αυτά. Είναι πολύ πιο εύκολο να χώνεις πράγματα κάτω από το χαλάκι και να προχωράς ξανά. Δευτέρα, Τρίτη, Τετάρτη, Πέμπτη κλπ.
Τώρα είσαι ευχαριστημένη;
Ναι, φυσικά, είμαι χαρούμενη με τις επιλογές μου. Γιατί πια αποφασίζω μόνη μου.
Είσαι μόνη σου ποτέ μέσα στη μέρα;
Φυσικά. Τώρα έφυγε η Μελίνα και όταν ο Γιώργος είναι σχολείο και ο Βασίλης έχει γύρισμα είμαι μόνη μου. Όμως όταν έχουμε λίγο ελεύθερο χρόνο με τον Βασίλη θέλουμε να κάνουμε κάτι μαζί. Να περάσουμε στιγμές μαζί.
Πώς είναι αυτό;
Είναι πάρα πολύ όμορφο και είναι πρωτόγνωρο. Είναι σαν να είμαστε σε πενταήμερη. Μόλις βρούμε ένα κενό διήμερο –σπάνια βέβαια– θέλουμε να πάμε εκδρομή! Ή να πάμε να φάμε κάπου, να πάμε σε ένα ταβερνάκι, να κάνουμε μια βόλτα.
Με τον Βασίλη ήσασταν έτσι από την πρώτη στιγμή που βρεθήκατε;
Ναι. Ήταν κάτι που υπήρχε. Ένας ηλεκτρισμός. Υπήρχε όλη αυτή η ζεστασιά στην ψυχή. Από το να κοιτάς τον άλλον μέχρι να επικοινωνείτε. Δεν καταλαβαίναμε ακριβώς τι συμβαίνει, αλλά νιώθαμε ότι κάτι συμβαίνει. Εγώ δηλαδή δεν το ήξερα. Εκείνος, από την άλλη, έλεγε ότι ήταν σίγουρος. Εγώ σκεφτόμουν ότι μπορεί όσο τον γνώριζα καλύτερα να χανόταν ο ενθουσιασμός και ο θαυμασμός. Αλλά δεν συνέβη αυτό το πράγμα και αυτό που ένιωθα όλο και δυνάμωνε.
Την οικειότητα την αισθάνθηκες γρήγορα;
Από την πρώτη στιγμή. Νομίζω ότι αυτό που μας ένωσε τόσο δυνατά με τον Βασίλη ήταν η αλήθεια μας. Στην αρχή κάναμε παρέα. Δεν γίναμε αμέσως ζευγάρι, πέρασε ένα αρκετά μεγάλο διάστημα. Και σε αυτή την παρέα που κάναμε αισθανόμασταν ότι κουμπώνουμε ολοένα και περισσότερο. Είναι πολλά τα κοινά μας.
Δεν ωραιοποιήσατε τον εαυτό σας για να αρέσετε ο ένας στον άλλον;
Δεν χρειάστηκε, δεν θέλαμε κιόλας. Η αλήθεια ήταν αυτή που μας έφερε ακόμη πιο κοντά. Μια γυμνή αλήθεια που δεν είχε κανένα καλλωπισμό.
Δεν σκέφτηκες μήπως δεν πρέπει να του φορτώσεις τα δικά σου θέματα;
Δεν με ενδιέφερε καθόλου να σκεφτώ τίποτα τέτοιο και ούτε και εκείνον. Η αλήθεια είναι αυτή που μας έφερε κοντά και η τύχη.
Δεν ήσουν μια γυναίκα που έψαχνε.
Όχι, όχι. Όταν τον είδα είπα «Χριστέ μου, πόσο όμορφος άντρας είναι αυτός!» και μέχρι εκεί. Αλλά στην επικοινωνία μας άρχισα να νιώθω ότι είναι κάτι άλλο.
Ο κόσμος σε νοιάζει; αυτό το «τι θα πει ο κόσμος»;
Όχι, Νάνσυ, όχι.
Εσύ όταν ακούς ένα τραγούδι σου εκείνης της περιόδου σκέφτεσαι και το τι συνέβαινε στη ζωή σου παράλληλα;
Ναι, κάποιες φορές ακούω και τι συνέβαινε στη ζωή μου εκείνη την περίοδο.
Κρυβόσουν;
Αν έκρυβα τη θλίψη μου με ρωτάς; Ναι. Κάπως αλλιώς θα σου το θέσω τώρα, όπως μου έρχεται: Δεν είναι ότι έκρυβα τη θλίψη μου, είναι ότι γέμιζα τη ζωή μου παίρνοντας χαρά από τη δουλειά μου, τα παιδιά μου, τους φίλους μου.
Τώρα;
Τώρα νιώθω γεμάτη, νιώθω πλήρης.