Η μοναχοκόρη της Μπέμπας Μπλάνς, Μαργαρίτα, έφυγε από τη ζωή, μετά από μάχη που έδωσε με τον καρκίνο.
Πέθανε η μοναχοκόρη της θρυλικής Μπέμπα Μπλανς, Μαργαρίτα
Σύμφωνα με το ρεπορτάζ της Σάσας Σταμάτη στα parapolitika.gr η κόρη της θρυλικής τραγουδίστριας άφησε την τελευταία της πνοή στο νοσοκομείο “Άγιος Σάββας” σε ηλικία 61 ετών.
Η δημοφιλής τραγουδίστρια Ξανθή Περάκη επιβεβαίωσε την είδηση του θανάτου στη δημοσιογράφο, λέγοντας πως: «Προχθές έγιναν τα σαράντα. Η Μαργαρίτα έφυγε από καρκίνο στο παχύ έντερο, ακριβώς όπως η μητέρα της. Ήταν 61 ετών, ήταν baby sitter σκυλιών. Αγαπούσε πολύ τα σκυλάκια, ήταν φροντίστρια σκυλιών. Δεν μπόρεσα να την αποχαιρετήσω, για να μην κλαίω μέσα στον “Άγιο Σάββα”. Μου είπαν οι γιατροί ότι ήταν θέμα ωρών. Ήταν ξαφνικό, δεν το περίμενα αυτό το πράγμα που έγινε. Δεν μπορούσα λόγω καύσωνα να αντέξω αυτό το πράγμα, ήταν θλιβερό. Στην κηδεία όμως που έγινε στου Ζωγράφου πήγα να την αποχαιρετήσω. Στο ίδιο μέρος έγινε και η κηδεία της μητέρας της. Η Μαργαρίτα ήταν νέα, δεν το περιμέναμε αυτό. Μετά από οκτώ χρόνια που έχασε τη μάνα της, ”έφυγε” η ίδια. Πόνος. Όλα τα σκυλάκια του Κολωνακίου τα φρόντιζε η Μαργαρίτα. Ήταν ξαφνικό, δεν προλαβαίναμε, έκανε αμέσως μεταστάσεις και την τελείωσε. Δυστυχώς».
«Για κάποιους λόγους που δεν μάθαμε ποτέ, η Μπέμπα Μπλανς σχεδόν έκρυβε την ύπαρξη της κόρης της. Προσωπικά τη Μαργαρίτα τη γνώρισα στην κηδεία της μητέρας της και θα πρέπει να πω ότι ήταν ένας πολύ ήρεμος και καλός άνθρωπος, που απεχθανόταν τα φώτα της δημοσιότητας. Δυστυχώς, η Μαργαρίτα “έφυγε” νωρίς και δεν μάθαμε ποτέ ούτε πώς ζούσε πριν, ούτε πώς ζούσε μετά τον θάνατο της μητέρας της. Σύμφωνα με όσα μου έλεγε η Μπέμπα Μπλανς, της άφησε αποκλειστικά όλη της την περιουσία και διερωτώμαι σε ποια χέρια θα πάει από εδώ και πέρα…», είπε από την πλευρά του ο δημοσιογράφος και συγγραφέας Αλκίνοος Μπουνιάς, που ήταν φίλος της Μπέμπας Μπλανς.
Πέρασαν σχεδόν 20 χρόνια από τη δολοφονία του μικρού Άλεξ: Η τελευταία εικόνα στην άλυτη υπόθεση που συγκλόνισε το πανελλήνιο
Τα στόματα με τα χρόνια που άνοιξαν, η σορός που δε βρέθηκε και το παράπονο της χαροκαμένης μάνας
Πέρασαν σχεδόν 20 χρόνια από τη δολοφονία του μικρού Άλεξ
Ήταν 3 Φεβρουαρίου 2006 όταν ξεκίνησε το θρίλερ της εξαφάνισης του μικρού Άλεξ στη Βέροια, ένα γεγονός που συγκλόνισε το πανελλήνιο, συγκαταλεγόμενο στην κατηγορία των δολοφονιών παρότι η σορός του δε βρέθηκε ποτέ.
Σχεδόν δύο δεκαετίες αργότερα, το μυστήριο παραμένει ανεξιχνίαστο, καθώς η σορός του άτυχου παιδιού δεν έχει βρεθεί. Η μητέρα του συνεχίζει να ζει με τον ανείπωτο πόνο, χωρίς έναν τάφο για να θρηνήσει ή να ανάψει ένα κερί στη μνήμη του.
Το χρονικό της υπόθεσης και η συμβολή της Νικολούλη
Ο 11χρονος Άλεξ Μεσχισβίλι από τη Γεωργία, που ζούσε στη Βέροια με τη μητέρα και τον πατριό του, εξαφανίστηκε την Παρασκευή 3 Φεβρουαρίου 2006, μεταξύ 7-8 το απόγευμα, από την περιοχή Ελιάς – Ανοίξεως. Η τελευταία φορά που τον είδαν ήταν από φίλους και συμμαθητές του. Είχε φύγει από την προπόνηση μπάσκετ στο κλειστό γυμναστήριο της Ελιάς, με σκοπό να περάσει πρώτα από το πρακτορείο ΟΠΑΠ του πατριού του και στη συνέχεια να πάει στο μάθημα ζωγραφικής στη Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών.
Οι έρευνες αποκάλυψαν ότι ο μικρός βίωνε έντονο προβληματισμό λόγω απόρριψης και κακομεταχείρισης από κάποιους συμμαθητές του, που συχνά έφταναν μέχρι και στον ξυλοδαρμό. Ήταν μία από τις πρώτες γνωστές περιπτώσεις παιδικού bullying που έφερε στο φως η εκπομπή «Φως στο Τούνελ», με τραγική κατάληξη.
Σαράντα ημέρες μετά την εξαφάνιση, η Αγγελική Νικολούλη, κατά τη διάρκεια έρευνάς της στη Βέροια, αποκάλυψε μέσω μαρτυριών τη δράση μιας παρέας ανηλίκων που κακοποιούσαν πιο αδύναμους μαθητές. Εντόπισε έναν από τους πέντε νεαρούς «σκληρούς» και, μέσα από τον διάλογο που είχε μαζί του, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι τα συγκεκριμένα παιδιά ευθύνονταν για την εξαφάνιση του Άλεξ. Παρότι ενημέρωσε αμέσως τις Αρχές της Βέροιας, ο τότε διοικητής θεώρησε τη μαρτυρία της υπερβολική, με αποτέλεσμα να χαθεί πολύτιμος χρόνος σε λανθασμένες έρευνες.
Η ομάδα βίας αποτελούνταν από δύο αδέλφια ελληνικής καταγωγής, έναν Αλβανό, έναν Βορειοηπειρώτη και έναν Ρουμάνο, ηλικίας 11 έως 13 ετών. Και τα πέντε παιδιά αργότερα ομολόγησαν ότι προκάλεσαν τον θανάσιμο τραυματισμό του Άλεξ. Ωστόσο, οι Αρχές διέπραξαν ένα ακόμη σοβαρό λάθος: δεν απομάκρυναν τα παιδιά από το περιβάλλον τους, με τη συνδρομή εισαγγελέα ανηλίκων και ειδικών ψυχολόγων, ώστε να αποτραπεί η επιρροή των γονιών και των δικηγόρων τους. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα τα τρία από τα πέντε παιδιά να ανακαλέσουν τις καταθέσεις τους, ισχυριζόμενα πως είχαν πει ψέματα στις Αρχές.
Η δημοσιογράφος Αγγελική Νικολούλη ερεύνησε ενδελεχώς την υπόθεση του Άλεξ, συνομιλώντας με κατοίκους, εκπαιδευτικούς, φίλους και συμμαθητές του, ενώ ακολούθησε κάθε πιθανή διαδρομή που θα μπορούσε να είχε πάρει το παιδί εκείνη τη μοιραία νύχτα. Οι έρευνές της επεκτάθηκαν μέχρι τη Γερμανία και τη Γεωργία, καθώς οι αρχές πίστευαν ότι ο Άλεξ ίσως είχε οδηγηθεί σε κάποια από αυτές τις χώρες.
Στη Γερμανία εντόπισε τον θείο του, ενώ στη Γεωργία συνάντησε τη γιαγιά και τον πατέρα του, αποδεικνύοντας πως ο Άλεξ δεν είχε μεταφερθεί σε καμία από τις δύο χώρες. Μετά από αυτή την εξέλιξη, η έρευνά της στράφηκε ξανά στην πλατεία της Βέροιας, όπου ο Άλεξ είχε θεαθεί για τελευταία φορά. Εκεί, ήρθε στο φως μια σημαντική μαρτυρία. Υπάλληλος ενός φροντιστηρίου αποκάλυψε ότι το ίδιο βράδυ είχε δεχθεί παρενόχληση και απειλές από μια παιδική συμμορία. Αυτή η πληροφορία επιβεβαίωσε πως η συμμορία είχε κινηθεί στη διαδρομή που πιθανότατα ακολούθησε ο Άλεξ εκείνη τη νύχτα.
Παρ’ όλα αυτά, ένα μέλος της συμμορίας, ελληνικής καταγωγής, είχε αποκρύψει κρίσιμες λεπτομέρειες από τη δημοσιογράφο όταν ερωτήθηκε σχετικά. Μετά τη μαρτυρία της υπαλλήλου, η Αγγελική Νικολούλη επέμεινε ακόμη περισσότερο στην έρευνά της. Ταξίδευε αιφνιδιαστικά στη Βέροια, εντόπιζε τα παιδιά και μάρτυρες, συγκεντρώνοντας στοιχεία που ενίσχυαν την αναζήτησή της για την αλήθεια.
Η αποκάλυψη που οδήγησε μέχρι τη δίκη και η αλήθεια για την χαμένη σορό
Η γυναίκα τη νύχτα που χτυπήθηκε θανάσιμα ο Άλεξ από την παιδική συμμορία, βρέθηκε στο σπίτι των Ελλήνων και άκουσε το παραμιλητό του μικρότερου. Φώναζε «πέθανε το παιδί, πέθανε. Φωνάξτε τον παππού μου…» Η μητέρα και η γιαγιά των Ελλήνων που βρίσκονταν στο σπίτι, αδιαφόρησαν και δεν ανησύχησαν ούτε όταν την άλλη μέρα δημοσιοποιήθηκε ο χαμός του μικρού Άλεξ. Θεωρείται σίγουρο από το περιβάλλον τους, ότι ενημέρωσαν την ίδια νύχτα και τον παππού τους που βοήθησε τα εγγόνια του, αφού ήταν ο κηδεμόνας τους. Αποτέλεσμα η ομάδα των «σκληρών» να χωριστεί στα δύο και ο μικρός Βορειοηπειρώτης να αποκαλύψει στην Αγγελική Νικολούλη όλα όσα συνέβησαν τη νύχτα που ο Άλεξ έχασε τη ζωή του.
Το παιδί με τη βοήθεια και της δημοσιογράφου, μετοίκησε στην Αθήνα μακριά από τα υπόλοιπα μέλη της συμμορίας που τον τρομοκρατούσαν για να πάρει πίσω τα όσα κατέθεσε και στις Αρχές. Όπως αποκάλυψε ο βορειοηπειρώτης, ο Άλεξ τραυματίστηκε θανάσιμα μετά από ένα τσακωμό με την «παρέα» στο κέντρο της πόλης, κοντά στο Δημαρχείο. Τα παιδιά που προσπάθησαν να καλύψουν το έγκλημα, τον μετέφεραν σε ένα ακατοίκητο σπίτι και τον άφησαν αβοήθητο να πεθάνει μες στον χιονιά. Δύο μέρες μετά έβαλαν το νεκρό παιδί σε ένα καρότσι, το κάλυψαν και το μετέφεραν στο ποτάμι της Μπαρμπούτας όπου τον άφησαν. Πιθανότατα να εξαφάνισαν το πτώμα του ενήλικες από το περιβάλλον τους. Οι εξελίξεις που ακολούθησαν ήταν καταιγιστικές.
Τα παιδιά κρίθηκαν ένοχα από το Μονομελές Δικαστήριο Ανηλίκων της Θεσσαλονίκης και σύμφωνα με το νόμο περί ανηλίκων, τους επιβλήθηκαν αναμορφωτικά μέτρα. Το αδίκημα που τους βάραινε ήταν το κακούργημα της μη σκοπούμενης, θανατηφόρου σωματικής βλάβης και η περιύβριση νεκρού.
Το 2011 ο παππούς των δύο Ελληνόπουλων της «σκληρής» παρέας που γνώριζε τότε τι είχε συμβεί, καταδικάστηκε από το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης σε φυλάκιση 4 ετών και 6 μηνών, για υπόθαλψη εγκληματία κατά συρροή και για ψευδορκία μάρτυρα κατ’ εξακολούθηση. Οι γονείς των μελών της σκληρής παρέας καταδικάστηκαν σε ποινή φυλάκισης δώδεκα μηνών με αναστολή αφού κρίθηκαν ένοχοι από το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης για το αδίκημα της παραμέλησης εποπτείας ανηλίκων.
Μόνο η μητέρα του Ρουμάνου αθωώθηκε γιατί είχε ζητήσει τη βοήθεια των Αρχών για την παραβατικότητα του γιου της. Τον Ιανουάριο του 2014, το Πολυμελές Πρωτοδικείο της Βέροιας επιδίκασε στη μητέρα του Άλεξ Μεσχισβίλι , Νατέλα Ιτσουαϊτζε το χρηματικό ποσό των 150.000 ευρώ ως αποζημίωση για την ψυχική οδύνη που υπέστη από τον χαμό του μονάκριβου γιου της.
Καταδίκασε συνολικά τους 11 από τους 13 εναγόμενους, γονείς και κηδεμόνες των πέντε ανηλίκων που κρίθηκαν ένοχοι για τον θάνατο του 11χρονου Άλεξ στις 3 Φεβρουαρίου του 2006, οι οποίοι κλήθηκαν να καταβάλλουν το συγκεκριμένο ποσό. Ωστόσο απέρριψε την αγωγή για τη μητέρα του Ρουμάνου και για έναν από τους τρεις αδελφούς αναφέροντας ότι δεν έχουν αντικειμενική ευθύνη.
Οι εμπλεκόμενοι σε αυτό το έγκλημα ανήλικοι και ενήλικες, δεν αποκάλυψαν που εξαφάνισαν την σορό του άτυχου παιδιού. Κάποιοι υποστήριζαν ότι ο Άλεξ έπεσε θύμα παιδεραστίας. Άλλοι ότι τον σκότωσαν για να του αφαιρέσουν τα όργανα και κάποιες άλλες φωνές έλεγαν ότι το παιδί ζει. Όλα αυτά ερευνήθηκαν βαθιά από το «Τούνελ» από τον πρώτο καιρό της έρευνας, αλλά δεν προέκυψε κανένα στοιχείο. Τα άτομα που υποστήριζαν αυτές τις εκδοχές, κλήθηκαν από τις δικαστικές Αρχές να δώσουν τα όποια στοιχεία τους, αλλά αυτά που ισχυρίζονταν έπεσαν στο κενό.
Τι λέει η μητέρα του Άλεξ μετά από σχεδόν μια 20ετία
Μετά από τόσα χρόνια, η μητέρα του, Νατέλα, ακόμη προσμένει να μάθει τι απέγινε το σώμα του παιδιού της, ακόμη παρακαλά να της πουν που βρίσκονται τα λείψανα του, ώστε να μπορέσει να φτιάξει ένα τάφο, και να πηγαίνει να ανάβει ένα καντηλάκι στη μνήμη του Άλεξ της.
«Ο χρόνος έχει σταματήσει στο 2006. Σε εκείνο το βράδυ που ο Άλεξ δεν γύρισε σπίτι. Αν και για κάποιους έχει κλείσει, για μένα είναι ακόμη ανοιχτή, καθώς δεν έχω μάθει την αλήθεια. Δεν έχω βρει ακόμη το παιδί μου» λέει η Νατέλα, μητέρα του Άλεξ, σε συνέντευξη της λιγα χρόνια πριν και συνεχίζει: «Απλώς περιμένω. Ελπίζω κάποια στιγμή οι εμπλεκόμενοι να μου πουν που βρίσκεται ο γιος μου. Γιατί όλοι ξέρουν, αλλά σιωπούν. Εγώ όμως είμαι πάντα εδώ, για τους θυμίζω τι έγινε. Για να μην ξεχάσουν. Γιατί εγώ δεν ξεχνώ».
Αυτή 30 κι αυτός…: Η διαφορά ηλικίας του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη και της Μαρίας Σάκκαρη που κανείς δεν περίμενε
Η Μαρία Σάκκαρη και ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης αποτελούν ένα από τα πιο πολυσυζητημένα ζευγάρια της ελληνικής επικαιρότητας.
Παρότι έχουν επιλέξει να κρατούν την προσωπική τους ζωή μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας, το ενδιαφέρον του κοινού παραμένει αμείωτο, με κάθε κοινή τους εμφάνιση να γίνεται θέμα συζήτησης.

Ένα στοιχείο που αρκετοί δεν γνωρίζουν αφορά τη διαφορά ηλικίας τους. Η Μαρία Σάκκαρη είναι μεγαλύτερη γεννήθηκε στις 25 Ιουλίου 1995 και φέτος συμπληρώνει τα 31 της χρόνια. Από την άλλη πλευρά, ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης γεννήθηκε στις 2 Αυγούστου 1998 και είναι 28 ετών. Αυτό σημαίνει ότι τους χωρίζουν περίπου τρία χρόνια, μια διαφορά που πολλοί δεν είχαν αντιληφθεί, καθώς οι δυο τους δείχνουν να βρίσκονται στην ίδια φάση της ζωής τους.
Η σχέση τους έγινε γνωστή το 2020 και από τότε οι δυο τους έχουν επιλέξει να πορεύονται διακριτικά, αποφεύγοντας τις πολλές δημόσιες δηλώσεις για την προσωπική τους ζωή. Παρά τις αυξημένες επαγγελματικές υποχρεώσεις και των δύο, έχουν καταφέρει να διατηρήσουν έναν ισχυρό δεσμό, με τη στήριξη του ενός προς τον άλλο να είναι εμφανής.

Η κορυφαία Ελληνίδα τενίστρια περνά μεγάλο μέρος του χρόνου της εκτός Ελλάδας, συμμετέχοντας στα σημαντικότερα τουρνουά του κόσμου. Τα συνεχόμενα ταξίδια και οι απαιτητικές προπονήσεις δεν της αφήνουν πολλά περιθώρια για προσωπικό χρόνο, ωστόσο όταν το πρόγραμμά της το επιτρέπει φροντίζει να βρίσκεται δίπλα στον σύντροφό της.
Δείτε το βίντεο:
Από την πλευρά του, ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης διατηρεί επίσης χαμηλό προφίλ, αποφεύγοντας να απασχολεί τα μέσα ενημέρωσης με την προσωπική του ζωή. Οι δυο τους έχουν αποδείξει ότι μπορούν να ισορροπήσουν ανάμεσα στις απαιτήσεις της καθημερινότητας και της σχέσης τους, παρά τις συχνές περιόδους που βρίσκονται σε διαφορετικές χώρες.

Μπορεί η διαφορά ηλικίας τους να αποτελεί αντικείμενο συζήτησης, όμως στην πράξη δεν έχει παίξει κανέναν ρόλο στη σχέση τους. Αντίθετα, το ζευγάρι συνεχίζει να πορεύεται μαζί, κρατώντας χαμηλούς τόνους και επιλέγοντας να προστατεύει την ιδιωτική του ζωή από τη δημοσιότητα.
Σημείωση: Οι ηλικίες έχουν υπολογιστεί με βάση τη σημερινή ημερομηνία (4 Ιουλίου 2026). Η Μαρία Σάκκαρη γίνεται 31 ετών στις 25 Ιουλίου 2026 και ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης γίνεται 28 ετών στις 2 Αυγούστου 2026.

