Η Νέα Δημοκρατία καταγράφεται στο 30,8%
Γκάλοπ Marc, το τελευταίο προ διακοπών: Σταθερά η ΝΔ στο +30% και ο Τσίπρας πάνω από το ΠΑΣΟΚ, βυθίζεται η Καρυστιανού.
Η τελευταία δημοσκόπηση πριν από τις διακοπές του Αυγούστου αποτυπώνει μια πολιτική εικόνα σαφώς ευνοϊκότερη για την κυβέρνηση απ’ όσο θα μπορούσε να υποθέσει κανείς εξαιτίας των προβλημάτων που αντιμετωπίζει η κοινωνία και των πολιτικών ζητημάτων που προκύπτουν συνεχώς.
Η Νέα Δημοκρατία παραμένει η αδιαμφισβήτητη πρώτη δύναμη, υπερβαίνει στην εκτίμηση ψήφου το συμβολικό όριο του 30%, διευρύνει ελαφρά την επιρροή της σε σχέση με την προηγούμενη μέτρηση του Ιουνίου και διατηρεί απόσταση σχεδόν 14 μονάδων από το δεύτερο κόμμα, την ΕΛΑΣ του Αλέξη Τσίπρα. Παράλληλα, ο Κυριάκος Μητσοτάκης εξακολουθεί να προηγείται με υπερδιπλάσιο ποσοστό από τον πλησιέστερο πολιτικό αρχηγό στην καταλληλότητα για την πρωθυπουργία, ενώ σχεδόν δύο στους τρεις πολίτες θεωρούν δεδομένη τη νίκη της Ν.Δ. στις επόμενες εκλογές.
Στην πλευρά της αντιπολίτευσης, παρά τη φθορά μιας μακράς κυβερνητικής περιόδου, την κοινωνική δυσαρέσκεια και την αρνητική συνολική αξιολόγηση, δεν έχει διαμορφωθεί απέναντί στη Ν.Δ. ισχυρός κομματικός αντίπαλος, αν και έχουν συσταθεί δύο νέα κόμματα, ούτε εναλλακτική πρόταση διακυβέρνησης. Η Ν.Δ. εξακολουθεί να διαθέτει την πιο συνεκτική εκλογική βάση, το ισχυρότερο ηγετικό πλεονέκτημα και την κυρίαρχη παράσταση νίκης.



Η δημοσκόπηση, ωστόσο, δεν επιτρέπει θριαμβολογίες. Η κυβέρνηση υπολείπεται αισθητά των ποσοστών του 2023, δεν πλησιάζει την αυτοδυναμία, εμφανίζει σοβαρή υστέρηση στις νεότερες και μεσαίες ηλικίες και αντιμετωπίζει μια διάχυτη κοινωνική επιθυμία για πολιτική αλλαγή. Το βασικό της πλεονέκτημα δεν είναι ότι έχει εξαλείψει τη δυσαρέσκεια, αλλά ότι η δυσαρέσκεια παραμένει πολυδιασπασμένη και δεν έχει αποκτήσει ενιαία πολιτική έκφραση.
Η έρευνα πραγματοποιήθηκε πανελλαδικά από τις 20 έως τις 23 Ιουλίου σε δείγμα 1.178 ψηφοφόρων, με μέγιστο στατιστικό σφάλμα ±2,9%. Επομένως, οι μικρές μεταβολές πρέπει να διαβάζονται κυρίως ως ενδείξεις τάσης και όχι ως οριστικές μετακινήσεις.
Εκτίμηση ψήφου: Η ΝΔ πάνω από το 30%
Η εκτίμηση εκλογικού αποτελέσματος αποτελεί το ισχυρότερο σημείο της δημοσκόπησης για την κυβέρνηση. Η Νέα Δημοκρατία καταγράφεται στο 30,8%, με εύρος από 28,3% έως 33,3%. Η μέση εκτίμησή της την τοποθετεί σχεδόν 14 μονάδες μπροστά από την ΕΛΑΣ, η οποία ακολουθεί με 16,8%, ενώ το ΠΑΣΟΚ περιορίζεται στην τρίτη θέση με 11%. Ακόμη κι αν ληφθεί υπόψη το κατώτερο όριο της εκτίμησης για τη Ν.Δ. και το ανώτερο για τη δεύτερη δύναμη, η μεταξύ τους απόσταση παραμένει θηριώδης. Δεν υπάρχει, δηλαδή, εύλογο σενάριο μιας… κάποιας ανατροπής των συσχετισμών.
Το δεύτερο συμπέρασμα είναι ότι η Ν.Δ. διατηρεί το ψυχολογικό όριο του 30%. Αυτό δεν έχει μόνο επικοινωνιακή σημασία. Δείχνει ότι, παρά τη φθορά, διατηρεί έναν συμπαγή κορμό αρκετά ισχυρότερο από οποιονδήποτε αντίπαλο και παραμένει η μοναδική παράταξη που εμφανίζεται με χαρακτηριστικά μεγάλου κόμματος εξουσίας. Βεβαίως, απέχει από την αυτοδυναμία. Με τα σημερινά δεδομένα, ακόμη και η ανώτερη τιμή του εύρους δεν δημιουργεί από μόνη της βεβαιότητα κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας.
Ιδιαίτερη σημασία έχει η δεύτερη θέση της ΕΛΑΣ με 16,8%. Το νέο κόμμα Τσίπρα έχει πλέον σαφή υπεροχή έναντι του ΠΑΣΟΚ, αλλά δεν διαθέτει ακόμη χαρακτηριστικά κόμματος που μπορεί να διεκδικήσει άμεσα την εξουσία. Θα το ξαναδούμε τον Σεπτέμβριο. Το γεγονός ότι η δεύτερη θέση καταλαμβάνεται από έναν «νέο» πολιτικό σχηματισμό, με σημαντική αλλά όχι κυβερνητικά επαρκή επιρροή, ενισχύει αντικειμενικά την εικόνα σταθερότητας της Ν.Δ.
Για το ΠΑΣΟΚ το 11% συνιστά σοβαρό πολιτικό πρόβλημα, αν και βελτιώθηκε οριακά από την προηγούμενη μέτρηση. Δεν αρκεί να βρίσκεται τρίτο, απέχει περίπου 6 μονάδες από τη δεύτερη θέση και σχεδόν 20 από τη Ν.Δ., την οποία θέλει να κερδίσει με… μία ψήφο. Το κόμμα που θεσμικά και ιστορικά θα επιδίωκε να αποτελέσει τον βασικό εναλλακτικό πόλο δεν κατορθώνει να κεφαλαιοποιήσει ούτε τη φθορά της κυβέρνησης, ούτε τη γενικευμένη επιθυμία για αλλαγή.
Ιδιαίτερη πολιτική σημασία έχει η αισθητή υποχώρηση της Ελπίδας για τη Δημοκρατία της Μαρίας Καρυστιανού. Από το 10,5 % στην προηγούμενη μέτρηση και την ισοψηφία με το ΠΑΣΟΚ περιορίζεται στο 7,4% στην εκτίμηση ψήφου, χάνοντας 3,1 μονάδες σε έναν μήνα και υποχωρώντας στην πέμπτη θέση, κάτω ακόμη και από την Ελληνική Λύση. Πρόκειται για τη μεγαλύτερη αρνητική μεταβολή μεταξύ των κομμάτων και για την πρώτη σαφή ένδειξη ότι η αρχική, έντονη δημοσκοπική του δυναμική δεν εξελίσσεται γραμμικά.
Το κόμμα εξακολουθεί να διατηρεί αξιοσημείωτη επιρροή και να βρίσκεται καθαρά πάνω από το όριο κοινοβουλευτικής εκπροσώπησης, αλλά φαίνεται να χάνει μέρος της αρχικής του ορμής, καθώς η κοινωνική και ηθική διαμαρτυρία καλείται πλέον να μετατραπεί σε ολοκληρωμένη πολιτική πρόταση. Η πτώση μπορεί επίσης να υποδηλώνει ότι τμήμα των ψηφοφόρων που είχε κινηθεί αρχικά προς αυτό επανεξετάζει την επιλογή του ή κατευθύνεται σε άλλες δυνάμεις διαμαρτυρίας.
Η κατανομή των υπόλοιπων ποσοστών δείχνει ένα εξαιρετικά κατακερματισμένο πολιτικό τοπίο. Το ΚΚΕ, η Πλεύση Ελευθερίας και η Φωνή Λογικής ακολουθούν, ενώ το ΜέΡΑ25 βρίσκεται οριακά πάνω από το εκλογικό κατώφλι.
Η πολυδιάσπαση αυτή είναι στρατηγικό πλεονέκτημα για τη Ν.Δ. Το αντιπολιτευτικό και αντικυβερνητικό ρεύμα δεν συγκεντρώνεται σε έναν φορέα, αλλά διαχέεται σε κόμματα με διαφορετικές, συχνά ασύμβατες ιδεολογικές και πολιτικές κατευθύνσεις. Η δυσαρέσκεια, επομένως, είναι αριθμητικά μεγάλη, αλλά πολιτικά μη αθροίσιμη.
Πρόθεση ψήφου χωρίς αναγωγή
Στην πρόθεση ψήφου, πριν από την αναγωγή των αναποφάσιστων, η Ν.Δ. βρίσκεται στο 27,3%, έναντι 14,8% της ΕΛΑΣ και 9,5% του ΠΑΣΟΚ. Σε σύγκριση με τη μέτρηση στα τέλη Ιουνίου, η Ν.Δ. ενισχύεται κατά μισή μονάδα, η ΕΛ.Α.Σ. επίσης κατά μισή και το ΠΑΣΟΚ κατά τρία δέκατα. Ταυτόχρονα, οι αναποφάσιστοι υποχωρούν ελαφρά από το 11,2% στο 10,8%.
Οι μεταβολές αυτές είναι μικρές και εμπίπτουν στα όρια του στατιστικού σφάλματος. Ωστόσο, η πολιτική τους κατεύθυνση έχει σημασία. Η Ν.Δ. δεν παρουσιάζει νέα υποχώρηση στο κλείσιμο της πολιτικής περιόδου, αλλά μια οριακή ανάκαμψη. Μετά από χρόνια διακυβέρνησης και μια δύσκολη κοινωνικά θερινή περίοδο η αντοχή αυτή είναι αξιοσημείωτη.
Το σημαντικότερο στοιχείο δεν είναι η μεταβολή, αλλά η σταθερότητα της διαφοράς. Η Ν.Δ. προηγείται της ΕΛΑΣ κατά 12,5 μονάδες στην αστάθμιστη πρόθεση και του ΠΑΣΟΚ κατά 17,8.
Η κυβέρνηση εμφανίζει πάντως δύο διαφορετικές κοινωνικές εικόνες. Στους ψηφοφόρους άνω των 65 ετών φτάνει στο 45,6%, ενώ στις ηλικίες 17-44 περιορίζεται στο 20,5% και στις ηλικίες 45-64 στο 22,6%. Συνεπώς, η δύναμή της στηρίζεται σε πολύ μεγάλο βαθμό στους μεγαλύτερους ψηφοφόρους.
Η ηλικιακή αυτή ασυμμετρία αποτελεί το σαφές στρατηγικό προειδοποιητικό μήνυμα για το Μέγαρο Μαξίμου. Η Ν.Δ. διαθέτει υπεροχή στις ηλικίες που συμμετέχουν περισσότερο στις εκλογές και παρουσιάζουν μεγαλύτερη κομματική σταθερότητα, αλλά δεν έχει αντίστοιχη διείσδυση στις νεότερες γενιές. Η αποκατάσταση της σχέσης της με τους νέους, τους εργαζομένους στις παραγωγικές ηλικίες και τα νοικοκυριά που πιέζονται περισσότερο από το κόστος ζωής είναι αναγκαία, εφόσον θέλει να μετατρέψει την πρωτιά σε νέα ισχυρή κυβερνητική εντολή.
Ιδιαίτερα ευνοϊκό για τη Ν.Δ. είναι το στοιχείο της κομματικής βεβαιότητας. Το 70,1% των σημερινών ψηφοφόρων της δηλώνει «πολύ σίγουρο» για την επιλογή του και το 18,7% «αρκετά σίγουρο». Αθροιστικά, σχεδόν εννέα στους δέκα εμφανίζονται σταθεροί. Η αντίστοιχη απόλυτη βεβαιότητα είναι χαμηλότερη στην ΕΛ.Α.Σ. και ακόμη περισσότερο στο ΠΑΣΟΚ, όπου λιγότεροι από τους μισούς δηλώνουν πολύ σίγουροι
Αυτό εξηγεί σε μεγάλο βαθμό τη δημοσκοπική ανθεκτικότητα της Ν.Δ. Το κόμμα μπορεί να έχει χάσει σημαντικό τμήμα της εκλογικής του δύναμης από το 2023, αλλά όσοι εξακολουθούν να δηλώνουν ότι θα το ψηφίσουν έχουν υψηλό βαθμό συσπείρωσης και χαμηλή πιθανότητα μετακίνησης.
Η διαρροή από τους ψηφοφόρους του 2023, ωστόσο, παραμένει ουσιαστική. Η Ν.Δ. διατηρεί το 67,9% της τότε εκλογικής της βάσης. Πρόκειται για την υψηλότερη επίδοση ανάμεσα στα μεγάλα κόμματα, όχι όμως για πλήρη συσπείρωση. Μέρος των απωλειών κατευθύνεται σε κόμματα δεξιότερα της Ν.Δ., ενώ σχεδόν ένας στους δέκα παλαιούς ψηφοφόρους της παραμένει αναποφάσιστος. Η κυβερνητική στρατηγική, επομένως, έχει δύο παράλληλους στόχους: να επαναπατρίσει τμήμα της δεξιάς διαρροής χωρίς να αποξενώσει το Κέντρο και να ενεργοποιήσει τους παλαιούς ψηφοφόρους της που σήμερα τηρούν στάση αναμονής.
Αδιευκρίνιστη ψήφος
Η αδιευκρίνιστη ψήφος εξακολουθεί να συνιστά έναν από τους βασικούς παράγοντες αβεβαιότητας, χωρίς πάντως να είναι σήμερα τόσο μεγάλη ώστε να αμφισβητεί την καθαρή πρωτιά της Ν.Δ. Οι αναποφάσιστοι περιορίζονται στο 10,8% από 11,2% στο τέλος Ιουνίου, ενώ μαζί με όσους δηλώνουν άκυρο/λευκό και αποχή η ευρύτερη απροσδιόριστη ζώνη διαμορφώνεται στο 11,6%, από 12,7% προηγουμένως. Η μικρή αυτή αποκλιμάκωση δείχνει μια σταδιακή αποκρυστάλλωση των επιλογών, όχι όμως οριστική παγίωση των συσχετισμών. Η δεξαμενή είναι πολιτικά ανομοιογενής.
Εμφανίζεται ιδιαίτερα αυξημένη μεταξύ όσων δεν διαθέτουν ιδεολογική ταύτιση, όπου οι αναποφάσιστοι φτάνουν στο 20,7%, αλλά και στον χώρο του Κέντρου, όπου ανέρχονται σε 30,7%. Είναι επίσης μεγαλύτερη στις ηλικίες 45-64 ετών και ελαφρώς υψηλότερη στις γυναίκες. Για τη Ν.Δ. υπάρχει περιθώριο… επαναπατρισμού, καθώς περίπου ένας στους τρεις αναποφάσιστους (33,2%) προέρχεται από τους ψηφοφόρους της του 2023 και συνεπώς η τελική του κινητοποίηση θα εξαρτηθεί από την καθημερινότητα, την οικονομία και την πειστικότητα του κυβερνητικού σχεδίου. Η αδιευκρίνιστη ψήφος θα μπορούσε να επηρεάσει ουσιαστικά το ύψος του ποσοστού της Ν.Δ., τη μάχη της αυτοδυναμίας, την είσοδο μικρότερων κομμάτων στη Βουλή και, τελικά, τις προϋποθέσεις σχηματισμού κυβέρνησης.
Στα ευρήματα της δημοσκόπησης πρέπει να συνυπολογίζεται και ένας παράγοντας που δεν έχει μετρηθεί στη συγκεκριμένη έρευνα: η δημόσια συζήτηση για το νέο κόμμα υπό τον Αντώνη Σαμαρά. Επειδή ένας τέτοιος σχηματισμός δεν έχει ανακοινωθεί επισήμως και δεν περιλαμβάνεται στο ερωτηματολόγιο, θα ήταν αυθαίρετο να του αποδοθεί συγκεκριμένη εκλογική επιρροή.
Αποτελεί, ωστόσο, μέρος του ευρύτερου πολιτικού προβληματισμού, καθώς θα μπορούσε να απευθυνθεί σε τμήματα της παραδοσιακής δεξιάς βάσης, σε συντηρητικούς ψηφοφόρους που έχουν απομακρυνθεί από τη Ν.Δ. και σε πολίτες οι οποίοι σήμερα κατευθύνονται προς μικρότερα κόμματα δεξιότερα της κυβέρνησης ή παραμένουν αναποφάσιστοι. Η πιθανή επίδρασή του δεν θα κρινόταν μόνο από το ποσοστό που θα συγκέντρωνε, αλλά και από το αν θα περιόριζε τη δυνατότητα της Ν.Δ. να επαναπατρίσει διαρροές και να αυξήσει τη συσπείρωσή της. Από την άλλη πλευρά, η πολυδιάσπαση που ήδη καταγράφεται στον χώρο δεξιότερα της Ν.Δ. δείχνει ότι η ύπαρξη πολιτικού χώρου δεν συνεπάγεται αυτομάτως τη δημιουργία ενός ισχυρού και ενιαίου εκλογικού πόλου.
Πότε θέλουν και πότε πιστεύουν ότι θα γίνουν οι εκλογές
Στο ερώτημα για το πότε θα ήθελαν να γίνουν οι εκλογές, η κοινή γνώμη εμφανίζεται σχεδόν απολύτως διχασμένη. Το 44,9% προτιμά πρόωρες κάλπες τον Σεπτέμβριο ή τον Οκτώβριο, ενώ το 43,7% επιθυμεί εκλογές προς το τέλος της τετραετίας, την άνοιξη του 2027. Η διαφορά είναι μόλις 1,2 μονάδες και δεν έχει στατιστική σημασία.
Το εύρημα δεν μπορεί να παρουσιαστεί ως καθαρό κοινωνικό αίτημα πρόωρων εκλογών. Αντίθετα, δείχνει δύο ισοδύναμα μπλοκ: ένα που επιδιώκει ταχύτερη πολιτική αλλαγή και ένα που προτιμά την ολοκλήρωση της κυβερνητικής θητείας.
Η κομματική ανάλυση είναι αποκαλυπτική. Στους σημερινούς ψηφοφόρους της Ν.Δ. μόλις το 13,1% επιθυμεί πρόωρες κάλπες, ενώ το 79,9% τάσσεται υπέρ της εξάντλησης της τετραετίας. Αντίθετα, η μεγάλη πλειονότητα των ψηφοφόρων των αντιπολιτευτικών κομμάτων επιθυμεί εκλογές το φθινόπωρο. Επομένως, το εκλογικό αίτημα έχει έντονα παραταξιακό χαρακτήρα. Δεν προκύπτει μια οριζόντια κοινωνική απαίτηση να τερματιστεί σύντομα η κυβερνητική θητεία, αλλά η… επιθυμία των αντιπολιτευόμενων πολιτών να πάμε σε εκλογές για να «φύγει ο Μητσοτάκης»
Ακόμη πιο θετική για τον ίδιο είναι η απάντηση στο τι πιστεύουν οι πολίτες ότι τελικά θα συμβεί. Το 52,3% εκτιμά ότι οι εκλογές θα γίνουν προς το τέλος της τετραετίας, έναντι του 43% που προβλέπει φθινοπωρινές κάλπες. Η πλειονότητα της κοινής γνώμης, δηλαδή, εξακολουθεί να θεωρεί πιο πιθανό ότι ο πρωθυπουργός θα τηρήσει τη θεσμική γραμμή ολοκλήρωσης της τετραετίας. Αυτό ενισχύει το κυβερνητικό αφήγημα συνέπειας και ελέγχου του πολιτικού χρόνου.
Η διάκριση ανάμεσα στην επιθυμία και την πρόβλεψη είναι κρίσιμη. Περισσότεροι πολίτες θέλουν πρόωρες εκλογές απ’ όσους πιστεύουν ότι θα γίνουν. Αρα, ακόμη και ένα ποσοστό εκείνων που επιθυμούν κάλπες το φθινόπωρο αναγνωρίζει ότι η κυβέρνηση εξακολουθεί να έχει την πρωτοβουλία των κινήσεων.
Καταλληλότητα για πρωθυπουργός
Ο κ. Μητσοτάκης παραμένει πρώτος στην καταλληλότητα για την πρωθυπουργία με 31% έναντι 15,2% του κ. Τσίπρα. Ολοι οι υπόλοιποι πολιτικοί αρχηγοί βρίσκονται κάτω από το 6%.
Το προβάδισμα των 15,8 μονάδων έναντι του δεύτερου και η υπερδιπλάσια επίδοση συνιστούν ένα από τα σημαντικότερα κυβερνητικά πλεονεκτήματα. Η κοινωνία μπορεί να αξιολογεί αυστηρά την κυβέρνηση και τον ίδιο τον πρωθυπουργό, αλλά όταν το ερώτημα μετατρέπεται από γενική αξιολόγησησε επιλογή προσώπου για το τιμόνι της χώρας, ο κ. Μητσοτάκης υπερέχει καθαρά.
Σε σύγκριση με το τέλος Ιουνίου, ο πρωθυπουργός ενισχύεται από το 30,2% στο 31%, ενώ ο κ. Τσίπρας υποχωρεί οριακά από το 15,6% στο 15,2%. Παράλληλα, μειώνεται το ποσοστό της αδιευκρίνιστης απάντησης από το 20,9% στο 18,6%. Ο Νίκος Ανδρουλάκης βρίσκεται μόλις στο 5,8%, χαμηλότερα ακόμη και από τον Κυριάκο Βελόπουλο, ενώ η Ζωή Κωνσταντοπούλου και η Μαρία Καρυστιανού κινούνται σε παρόμοια επίπεδα. Επομένως, δεν υπάρχει ένας ηγέτης που να συγκεντρώνει το αντιμητσοτακικό ακροατήριο.
Ενδιαφέρον παρουσιάζει η διείσδυση του κ. Μητσοτάκη πέραν της αυστηρής κομματικής του βάσης. Τον επιλέγουν το 14,2% όσων είχαν ψηφίσει ΠΑΣΟΚ το 2023 και το 12,9% όσων δεν είχαν ψηφίσει ή δηλώνουν ότι θα ψηφίσουν τώρα. Στον χώρο του Κέντρου καταγράφει 29,1%, με σημαντική διαφορά από κάθε άλλον πολιτικό αρχηγό. Η κεντρώα αυτή αντοχή είναι κομβική. Η Ν.Δ. μπορεί να δέχεται πιέσεις προς τα δεξιά, αλλά ο πρωθυπουργός εξακολουθεί να διαθέτει προσωπική επιρροή στον χώρο που συνήθως καθορίζει τις κυβερνητικές πλειοψηφίες.
Και εδώ, ωστόσο, η ηλικιακή εικόνα είναι άνιση. Ο κ. Μητσοτάκης φτάνει στο 50,3% στους πολίτες άνω των 65 ετών, αλλά περιορίζεται στο 22% στις ηλικίες 17-44. Το ηγετικό πλεονέκτημα παραμένει ισχυρό, αλλά είναι πολύ μεγαλύτερο στις μεγαλύτερες γενιές.
Παράσταση νίκης
Στην παράσταση νίκης το 18,8% εκτιμά ότι η Ν.Δ. θα κερδίσει με αυτοδυναμία ενώ το 46,8% ότι θα κερδίσει χωρίς αυτοδυναμία. Συνολικά, το 65,6% προβλέπει νίκη της Νέας Δημοκρατίας. Μόλις το 3,7% θεωρεί ότι θα κερδίσει το ΠΑΣΟΚ, το 8,6% η ΕΛ.Α.Σ. και το 3,9% η Ελπίδα για τη Δημοκρατία.
Η παράσταση νίκης είναι συχνά πιο πολιτικά σημαντική από μια απλή καταγραφή πρόθεσης, επειδή διαμορφώνει το κλίμα προσδοκιών. Επηρεάζει αναποφάσιστους, δυνητικούς ψηφοφόρους, κομματικά στελέχη και την αντίληψη περί κυβερνησιμότητας.
Το γεγονός ότι σχεδόν δύο στους τρεις θεωρούν τη Ν.Δ. νικήτρια, ενώ μόνο τρεις στους δέκα δηλώνουν ότι θα την ψηφίσουν στην εκτίμηση, δείχνει ότι η πολιτική της υπεροχή αναγνωρίζεται πολύ πέρα από το εκλογικό της ακροατήριο.
Ακόμη και μεταξύ των ψηφοφόρων του ΠΑΣΟΚ, το 58,7% προβλέπει ότι η Ν.Δ. θα κερδίσει χωρίς αυτοδυναμία και το 9% ότι θα κερδίσει με αυτοδυναμία. Μόλις το 21,8% των σημερινών ψηφοφόρων του ΠΑΣΟΚ πιστεύει σε εκλογική νίκη του κόμματός του. Παρόμοιο φαινόμενο παρατηρείται και στους ψηφοφόρους των άλλων αντιπολιτευτικών σχηματισμών. Μεγάλα τμήματά τους θεωρούν πιθανότερη τη νίκη της Ν.Δ., συνήθως χωρίς αυτοδυναμία, παρά την αντίστοιχη του δικού τους κόμματος.
Αρα, η κυβέρνηση διατηρεί ισχυρή εικόνα πρώτης δύναμης. Η διάκριση ανάμεσα σε νίκη και αυτοδυναμία, πάντως, είναι σαφής. Μόνο το 18,8% προβλέπει αυτοδύναμη Ν.Δ., ενώ το 46,8% νίκη χωρίς αυτοδυναμία. Η κυρίαρχη εκτίμηση είναι ότι θα κερδίσει αλλά θα χρειαστεί να διαχειριστεί ένα δυσκολότερο μετεκλογικό περιβάλλον. Αυτό λειτουργεί ταυτόχρονα ως πλεονέκτημα και ως προειδοποίηση. Η πρωτιά θεωρείται σχεδόν δεδομένη, η αυτοδύναμη διακυβέρνηση όχι.
Αξιολόγηση κυβέρνησης και πρωθυπουργού
Η συνολική αξιολόγηση της κυβέρνησης είναι αρνητική. Το 35,6% την αξιολογεί θετικά ή μάλλον θετικά και το 63,7% αρνητικά ή μάλλον αρνητικά. Αντίστοιχη είναι η εικόνα για τον πρωθυπουργό, με 35,9% θετικές και 63,3% αρνητικές κρίσεις. Οι αριθμοί αυτοί αποτελούν το βασικό αντίβαρο στο θετικό εκλογικό πρόσημο. Η κυβέρνηση δεν διαθέτει κοινωνική πλειοψηφία και μεγάλο μέρος είναι δυσαρεστημένο από το έργο και τις επιδόσεις της.
Η κυβέρνηση συγκεντρώνει περίπου 36% θετικές αξιολογήσεις, αλλά στην εκτίμηση ψήφου βρίσκεται λίγο χαμηλότερα, στο 30,8%. Υπάρχει, δηλαδή, ένα πρόσθετο τμήμα πολιτών που αξιολογεί θετικά ή σχετικά θετικά την κυβερνητική θητεία, χωρίς να δηλώνει ακόμη βέβαιο ότι θα ψηφίσει Ν.Δ. Ταυτόχρονα, η απόλυτη συνοχή του σημερινού εκλογικού της ακροατηρίου είναι θετική. Το 99,2% των ψηφοφόρων που δηλώνουν τώρα Ν.Δ. αξιολογεί θετικά την κυβέρνηση΄, όπως και το 97,9% θετικά τον πρωθυπουργό.
Η κυβέρνηση, συνεπώς, δεν αντιμετωπίζει εσωτερικό πρόβλημα στη σημερινή της βάσης. Το πρόβλημά της βρίσκεται κυρίως στους απομακρυσμένους ψηφοφόρους του 2023 και τις κοινωνικές ομάδες που δεν έχουν πειστεί από την πολιτική της. Η θετική αξιολόγηση φτάνει στο 53,1% στους άνω των 65 ετών, αλλά πέφτει κάτω από το 30% στις μικρότερες ηλικιακές κατηγορίες.
Στους κεντροδεξιούς πολίτες η κυβέρνηση αξιολογείται θετικά σε πολύ υψηλά επίπεδα, ενώ στο Κέντρο οι θετικές γνώμες περιορίζονται περίπου στο ένα τρίτο. Αυτή η απόσταση αποτυπώνει το βασικό πρόβλημα του κ. Μητσοτάκη, δηλαδή τη διατήρηση της κεντροδεξιάς συνοχής και την ταυτόχρονη επαναπροσέγγιση του μεσαίου χώρου.
Η αντιπολίτευση δεν πείθει
Στο ερώτημα ποιο κόμμα ασκεί την πιο ουσιαστική αντιπολίτευση, πρώτο έρχεται το «κανένα ιδιαίτερα» με 38,9%. Το ΠΑΣΟΚ εδώ κάνει την έκπληξη και προηγείται με 14,5% ενώ ακολουθούν η ΕΛΑΣ με 11,6%, η Ελληνική Λύση με 7,4% και η Πλεύση Ελευθερίας με 7,3%.
Ακόμη και μεταξύ των ψηφοφόρων της Ν.Δ. το 16% θεωρεί ότι το ΠΑΣΟΚ κάνει την πιο ουσιαστική αντιπολίτευση, όμως το 52,4% απαντά «κανένα». Μεταξύ των ψηφοφόρων του το ΠΑΣΟΚ αναγνωρίζεται από το 47%, που σημαίνει ότι περισσότεροι από τους μισούς δικούς του ψηφοφόρους δεν το επιλέγουν ως αυτονόητη απάντηση.
Η ΕΛΑΣ έχει ισχυρότερη εσωτερική αναγνώριση μεταξύ των παλαιών ψηφοφόρων του ΣΥΡΙΖΑ, αλλά η επιρροή της παραμένει περιορισμένη έξω από συγκεκριμένες δεξαμενές. Η πολυδιάσπαση των απαντήσεων επιβεβαιώνει ότι δεν έχει ακόμη διαμορφωθεί ενιαίος αντιπολιτευτικός πόλος.
dimoskopisi 12 1
Πολιτική σταθερότητα ή αλλαγή
Το 54% δηλώνει ότι μετρά περισσότερο η πολιτική αλλαγή με άλλα κόμματα στην κυβέρνηση, ενώ το 41,1% προτάσσει την πολιτική συνέχεια και σταθερότητα. Το εύρημα αυτό είναι σαφώς δυσμενέστερο για την κυβέρνηση και πρέπει να αξιολογηθεί χωρίς ωραιοποίηση. Υπάρχει πλειοψηφικό κοινωνικό αίτημα αλλαγής. Η μακρά κυβερνητική θητεία έχει δημιουργήσει κόπωση και ένα ευρύ τμήμα της κοινής γνώμης επιθυμεί διαφορετική πολιτική κατεύθυνση ή διαφορετικό κυβερνητικό σχήμα.
Ωστόσο, η υπεροχή της «αλλαγής» δεν μετατρέπεται σε ενιαία εκλογική επιλογή. Το 54% δεν σημαίνει ότι υπάρχει ένα εναλλακτικό κόμμα με αντίστοιχη δυναμική. Αντιθέτως, κατανέμεται σε πολλές δυνάμεις, διαφορετικούς αρχηγούς και αντιφατικές πολιτικές κατευθύνσεις. Συνεπώς, η Ν.Δ. μπορεί να υποστηρίξει ότι, παρά το αίτημα αλλαγής, η δική της πρόταση εξακολουθεί να θεωρείται από το 41,1% εγγύηση συνέχειας και σταθερότητας.
Το σημαντικό αυτό ποσοστό είναι περίπου 10 μονάδες μεγαλύτερο από την εκλογική της εκτίμηση, κάτι που υποδηλώνει ευρύτερη δυνητική δεξαμενή. Ιδιαίτερα ισχυρή είναι η προτίμηση στη συνέχεια στους άνω των 65 ετών και τους κεντροδεξιούς ψηφοφόρους. Αντίθετα, στις νεότερες ηλικίες και σε όσους αυτοτοποθετούνται στο Κέντρο ή αριστερότερα κυριαρχεί η επιθυμία αλλαγής.
Τι κρατάμε για τις συζητήσεις στις παραλίες
Η τελευταία δημοσκόπηση της Marc πριν από τις διακοπές του Αυγούστου αφήνει την κυβέρνηση σε σαφώς ισχυρότερη θέση από κάθε αντίπαλό της. Η Ν.Δ. προηγείται με μεγάλη διαφορά, βρίσκεται πάνω από το 30% στην εκτίμηση, εμφανίζει υψηλή βεβαιότητα ψήφου, διαθέτει τον μόνο πολιτικό αρχηγό με καθαρά πρωθυπουργικά χαρακτηριστικά και κυριαρχεί συντριπτικά στην παράσταση νίκης, αλλά απέχει από την αυτοδυναμία.
Η αντιπολίτευση, αντίθετα, παραμένει κατακερματισμένη. Η ΕΛΑΣ του κ. Τσίπρα κερδίζει τη δεύτερη θέση χωρίς να πλησιάζει τη Ν.Δ., το ΠΑΣΟΚ αδυνατεί να εκπληρώσει τον ρόλο του κεντρικού κυβερνητικού αντιπάλου και τα υπόλοιπα κόμματα απορροφούν επιμέρους τμήματα δυσαρέσκειας, ενώ βυθίζεται η κυρία Καρυστιανού.
Η κυβέρνηση έχει τα δικά της προβλήματα. Οι αρνητικές αξιολογήσεις, το αίτημα πολιτικής αλλαγής και οι χαμηλές επιδόσεις στις παραγωγικές και νεότερες ηλικίες είναι μεγάλα προβλήματα. Από το φθινόπωρο θα κριθεί αν μπορεί να μετατρέψει αυτή την κυριαρχία από αποτέλεσμα της αντιπολιτευτικής αδυναμίας σε δυναμική τρίτης θητείας.
Στις μεταβλητές του φθινοπώρου πρέπει να προστεθεί και η ενδεχόμενη πολιτική κίνηση του κ. Σαμαρά, η οποία δεν έχει ακόμη αποτυπωθεί δημοσκοπικά, αλλά θα μπορούσε να επηρεάσει κυρίως τον βαθμό συσπείρωσης και επαναπατρισμού των δεξιών ψηφοφόρων της Ν.Δ.
Δεύτερος ο Τσίπρας σε νέα δημοσκόπηση – Τέταρτη θέση η Καρυστιανού
Δημοσκόπηση Interview: Η ΝΔ μπροστά, ο Τσίπρας δεύτερος, τέταρτη η Καρυστιανού – Καταρρέει ο ΣΥΡΙΖΑ
Το “κόκκινο τηλέφωνο” χτυπά στις 3 π.μ. και οι πολίτες «δείχνουν» Μητσοτάκη για να απαντήσει – Το 45% δεν «βλέπει» νέα θητεία ΝΔ – Στο 0,5% ο ΣΥΡΙΖΑ στο σενάριο καθόδου Τσίπρα
Καθαρό προβάδισμα της ΝΔ με 26,1% καταγράφει η νέα δημοσκόπηση της Interview για την POLITIC, όμως το πραγματικό ενδιαφέρον της μέτρησης μεταφέρεται στη μάχη για τη δεύτερη θέση.
Το υπό διαμόρφωση κόμμα του Αλέξη Τσίπρα εντοπίζεται στο 12,8% και περνά οριακά μπροστά από το ΠΑΣΟΚ, ανοίγοντας εκ νέου τη συζήτηση για την ηγεμονία στον χώρο της Κεντροαριστεράς. Το ΠΑΣΟΚ πέφτει από 13,5% τον Απρίλιο, στο 12,3% το Μάιο, χάνοντας το πλεονέκτημα του «αυτονόητου» δεύτερου πόλου.
Την ίδια ώρα, το κόμμα της Μαρίας Καρυστιανού εμφανίζεται τέταρτο με 7,5%, από 7,9% τον Απρίλιο, δείχνοντας ότι διατηρεί αυτόνομη εκλογική δεξαμενή παρά την είσοδο του παράγοντα Τσίπρα στη δημοσκοπική εξίσωση. Αντίθετα, ο ΣΥΡΙΖΑ υποχωρεί από το 3,1% στο 0,5%, καταγράφοντας ένα από τα πιο ηχηρά ευρήματα της δημοσκόπησης. Στο σενάριο καθόδου νέου κόμματος Τσίπρα, εμφανίζεται να χάνει σχεδόν ολοκληρωτικά τον δημοσκοπικό του χώρο.
Η δεξιά πολυκατοικία παραμένει ενεργή καθώς η Ελληνική Λύση ανεβαίνει στο 5,8%, ενώ η Φωνή Λογικής φτάνει στο 3,9%, περνώντας καθαρά πάνω από το όριο του 3%.
Οι αναποφάσιστοι μειώνονται από 14,8% τον Απρίλιο σε 12,7%, ένδειξη ότι ένα μέρος των πολιτών αρχίζει να επανατοποθετείται.
Αναλυτικά τα ποσοστά των κομμάτων:
Νέα Δημοκρατία 26,1%
Κόμμα Τσίπρα 12,8%
ΠΑΣΟΚ 12,3%
Ελπίδα για τη Δημοκρατία 7,5%
Ελληνική Λύση 5,8%
ΚΚΕ 5,0%
Φωνή Λογικής 3,9%
Πλεύση Ελευθερίας 3,2%
ΜέΡΑ25 2,8%
Δημοκράτες 2,5%
Νίκη 0,6%
ΣΥΡΙΖΑ 0,5%
Νέα Αριστερά 0,5%
Άλλο κόμμα 3,8%
Αναποφάσιστοι 12,7%
Παρά το καθαρό δημοσκοπικό προβάδισμα της ΝΔ στην πρόθεση ψήφου, η εκτίμηση των πολιτών για την πολιτική της αντοχή δεν είναι εξίσου συμπαγής. Στο ερώτημα αν η Νέα Δημοκρατία μπορεί να κερδίσει ακόμη μία θητεία στις επόμενες εκλογές, το 44% απαντά «ναι/μάλλον ναι», ενώ το 45% εκτιμά ότι δεν θα καταφέρει να επικρατήσει ξανά.
Την ίδια στιγμή, σε ενδεχόμενο δεύτερου γύρου εκλογών, η μεγάλη πλειοψηφία των ερωτηθέντων δηλώνει ότι δύσκολα θα άλλαζε την αρχική της επιλογή. Συγκεκριμένα, το 82% θεωρεί «λίγο πιθανό/καθόλου πιθανό» να ψηφίσει διαφορετικό κόμμα, ενώ μόλις το 15% απαντά ότι είναι «πολύ πιθανό/αρκετά πιθανό» να μετακινηθεί.
Καρυστιανού προς το κέντρο, επιφυλακτικότητα για Τσίπρα, «όχι» σε νέο ρόλο Σαμαρά
Στον άξονα Δεξιάς – Αριστεράς, όπου το 1 αντιστοιχεί στην άκρα Δεξιά και το 10 στην άκρα Αριστερά, το κόμμα της Μαρίας Καρυστιανού τοποθετείται στο 4. Το εύρημα δείχνει ότι οι πολίτες δεν την εντάσσουν σε έναν καθαρά αριστερό ή αντισυστημικό χώρο, αλλά τη βλέπουν πιο κοντά στο πολιτικό κέντρο, με ελαφρά κλίση προς τα δεξιά του άξονα.
Την ίδια στιγμή, παρότι το υπό διαμόρφωση κόμμα Τσίπρα καταγράφει σημαντική δημοσκοπική δυναμική, η προσωπική του πολιτική εικόνα εξακολουθεί να κουβαλά ισχυρές επιφυλάξεις από την περίοδο της διακυβέρνησής του. Στο ερώτημα αν, σε σχέση με την περίοδο διακυβέρνησης 2015-2019, εμφανίζεται καλύτερος, ίδιος ή χειρότερος, το 45% απαντά ότι είναι χειρότερος, το 32% τον θεωρεί ίδιο, ενώ το 20% εκτιμά ότι είναι καλύτερος.
Ακόμη πιο καθαρό είναι το μήνυμα για τον Αντώνη Σαμαρά. Στο ερώτημα τι είναι καλύτερο να κάνει, το 62% απαντά ότι πρέπει να αποσυρθεί από την πολιτική, το 27% θεωρεί ότι πρέπει να κάνει δικό του κόμμα, ενώ μόλις το 7% προκρίνει μια επιστροφή του στη Νέα Δημοκρατία.
Ποιος σηκώνει το τηλέφωνο της κρίσης; Οι πολίτες απαντούν Μητσοτάκης
Στο υποθετικό σενάριο όπου η χώρα δέχεται επίθεση στις 3 τα ξημερώματα και χτυπά το «κόκκινο τηλέφωνο» στο γραφείο του Πρωθυπουργού, ο Κυριάκος Μητσοτάκης συγκεντρώνει 34% στις αυθόρμητες θετικές απαντήσεις των πολιτών.
Στη δεύτερη θέση βρίσκεται η επιλογή «άλλος» με 23%, δείχνοντας ότι αρκετοί πολίτες δεν βρίσκουν κάποιον να εμπιστευτούν σε μια κρίσιμη στιγμή. Ακολουθεί ο Αλέξης Τσίπρας με 14%, ενώ το 13% απαντά «κανένας». Ο Νίκος Ανδρουλάκης συγκεντρώνει 10%, ενώ η Μαρία Καρυστιανού βρίσκεται στο 6%.
Η εικόνα είναι αντίστοιχη και στο ερώτημα για το ποιον πολιτικό αρχηγό εμπιστεύονται περισσότερο οι πολίτες για τη διακυβέρνηση της χώρας. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης προηγείται με 29,9%, ενώ ακολουθεί η επιλογή «κανένας» με 15,2%. Ο Αλέξης Τσίπρας καταγράφει 14,2%, ο Νίκος Ανδρουλάκης 10,1%, ο Κυριάκος Βελόπουλος 5,6% και η Μαρία Καρυστιανού 5,5%.
Ένας στους δύο βλέπει κόμματα που στηρίζονται από τη Ρωσία
Στο ερώτημα αν υπάρχουν κόμματα στην Ελλάδα, εντός ή εκτός Βουλής, που τυγχάνουν ευνοϊκής αντιμετώπισης ή στήριξης από τη Ρωσία, το 50% των ερωτηθέντων απαντά «ναι/μάλλον υπάρχουν».
Αντίθετα, το 33% εκτιμά ότι δεν υπάρχουν ή μάλλον δεν υπάρχουν τέτοια κόμματα, ενώ ένα σημαντικό 17% δεν εκφράζει άποψη.
Ταυτότητα της έρευνας
Η δημοσκόπηση διενεργήθηκε από την εταιρεία INTERVIEW Δημοσκοπήσεις για λογαριασμό του Politic.gr, με σκοπό την καταγραφή των απόψεων της κοινής γνώμης για επίκαιρα θέματα και την πρόθεση ψήφου.
Πρόκειται για ποσοτική έρευνα, με στρωματοποιημένη δειγματοληψία και quotas σύμφωνα με τον πληθυσμό κάθε διοικητικής περιφέρειας. Η συλλογή των στοιχείων πραγματοποιήθηκε μέσω online survey, με χρήση Web Panel της Interview, στο οποίο οι συμμετέχοντες έχουν καταχωρηθεί προαιρετικά και η έρευνα ολοκληρώθηκε με ηλεκτρονικά δομημένο εργαλείο συλλογής δεδομένων.
Το μέγεθος του δείγματος ανήλθε σε 3.178 άτομα ηλικίας 17+, με πανελλαδική κάλυψη. Η έρευνα πραγματοποιήθηκε από 21/5 έως 25/5/2026, ενώ το στατιστικό σφάλμα ανέρχεται σε ±2,0%, με διάστημα εμπιστοσύνης 95%.
Η στάθμιση έγινε ως προς την ηλικία, το φύλο και τα αποτελέσματα των εθνικών εκλογών του Ιουνίου 2023.
Τα ποσοστά δεν αποτελούν πρόβλεψη ψήφου, αλλά αποτύπωση των τάσεων κατά την περίοδο διεξαγωγής της έρευνας.











- Μόλις ανακοινώθηκε για όσους δεν βγάλουν: Τέλος xpόνου για τις παλιές ταυτότητες – Τι αλλάζει από 3 Αυγούστου
- Τους είδαν στην Ερμού και απορούσαν: Γιατί κυκλοφορούν ξένοι αστυνομικοί στην Αθήνα
- Νέο τpαγικό xτύπnμα της μοίρας για τις κόpες του Σταύρου Γεωργίου
- Σύρος: Σε σoκ έκανε την αποκάλυψη η φίλη της 42xpovnς, αλλάζουν όλα – «Με κάλεσαν και μου είπαν ότι κάποιος»